ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

Δεν υπάρχει πρόοδος χωρίς σύγκρουση. Συνειδητά ή ασυνείδητα, άτομα και έθνη εμπλέκονται στον αέναο πνευματικό αγώνα της Συμπαντικής Εξέλιξης, έναν αγώνα για την επικράτηση της Αλήθειας κατά του ψέματος, της Δικαιοσύνης κατά της αδικίας, της Αγάπης κατά του μίσους - αγώνα που αντανακλάται στο υλικό πεδίο προκαλώντας, δυστυχώς, πολύ ανθρώπινο πόνο… Θέτοντας κανείς τον εαυτό του στην υπηρεσία της Αλήθειας υπηρετεί το ύψιστο συλλογικό συμφέρον.

**Η Αλήθεια υπάρχει, το ψέμα πρέπει να εφευρεθεί.
**"Θα γνωρίσετε την Αλήθεια και η Αλήθεια θα σας ελευθερώσει" Βίβλος
**"Η μεγαλύτερη απώλεια στον κόσμο είναι η διαφορά μεταξύ αυτού που είμαστε κι αυτού που θα μπορούσαμε να γίνουμε."
**"Όταν οι φιλόσοφοι βασιλέψουν και οι βασιλιάδες φιλοσοφήσουν, μόνο τότε θα ευτυχήσουν οι λαοί." Πλάτων
**"Η αξία του ανθρώπου καθορίζεται από το σκαλοπάτι της κλίμακας της αγάπης πάνω στο οποίο στέκεται." Τορκόμ Σαραϊνταριάν

Πέμπτη, 12 Απριλίου 2012

Νίκησε άραγε ο Χριστός το θάνατο;

Τουλάχιστον αυτό πιστεύει η Χριστιανική κοσμοθεωρία. Ο Χριστός, με τη σταυρική του θυσία και την Aνάσταση, νίκησε, λέει, το θάνατο! Πώς; Την απάντηση δίνει το αναστάσιμο τροπάριο: «θανάτω θάνατον πατήσας»!
Δια του θανάτου “πάτησε” ο Χριστός το θάνατο! Οξύμωρο, ε;

Ο Απόστολος Παύλος στην πρώτη προς Κορινθίους Επιστολή του γράφει:
«Διότι πρέπει το φθαρτό τούτο να ενδυθεί αφθαρσία, και το θνητό τούτο να ενδυθεί αθανασία.
Όταν δε το φθαρτό τούτο ενδυθεί αφθαρσία και το θνητό τούτο ενδυθεί αθανασία, τότε θέλει γίνει ο λόγος ο γεγραμμένος: Κατεπόθη ο θάνατος εν νίκη.
Πού θάνατε το κεντρί σου; Πού Άδη η νίκη σου;» (Α' Κορινθίους 15: 53-55)

Ο θάνατος παραμένει το μεγαλύτερο μυστήριο, και η νίκη επί του θανάτου ήταν ο διακαής πόθος του ανθρώπου από καταβολής κόσμου. Στο θάνατο ο homo sapiens έβλεπε και βλέπει το μεγαλύτερο εχθρό, τον εχθρό της ίδιας της ζωής, έναν εχθρό με τον οποίο δε μπόρεσε κι ούτε θέλησε ποτέ να συμφιλιωθεί!

Κι όμως, ουδέν φυσιολογικότερο από ένα φυσιολογικό θάνατο, όταν ο άνθρωπος είναι πλήρης ημερών. Φαντάζεστε ο άνθρωπος να ζούσε αιώνια επί της γης; Εκτός από τα ανυπέρβλητα οικολογικά προβλήματα που θα προέκυπταν, θα ήταν βαρετό, ανιαρό και άσκοπο να ζει κανείς για πάντα, παρόλο που το εύχεται. Φυσιολογική, πάντως, είναι η αγάπη προς τη ζωή, που πηγάζει από το κυρίαρχο ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Επόμενο είναι, λοιπόν, ο άνθρωπος να μισεί το θάνατο που αντιστρατεύεται σ' αυτό το πανίσχυρο ένστικτο.

Ωστόσο, χειρότερος εχθρός από τον ίδιο το θάνατο είναι ο φόβος του θανάτου. Διότι ο φόβος αυτός υπονομεύει τη ζωτικότητα του ανθρώπου και παραλύει τις δημιουργικές του δυνάμεις, ενώ φέρνει πιο κοντά το θάνατο. «Εκείνο που φοβότανε τόπαθε», λέει η λαϊκή παροιμία.

Το επόμενο βασανιστικό ερώτημα που απασχολεί τον άνθρωπο είναι το τι γίνεται μετά θάνατον. Επιβιώνει άραγε η ψυχή σε κάποια άλλη διάσταση; Έχει συνείδηση της ατομικότητάς της ή περιέρχεται σε πλήρη ανυπαρξία; «Κανείς δεν γύρισε να μας πει τι συμβαίνει», είναι η επικρατέστερη απάντηση στο ερώτημα αυτό.

Ωστόσο, η λαϊκή σοφία αποκαλεί τους αποθανόντας «μακαρίτες», δηλαδή μακάριους ή ευτυχισμένους. Είναι άραγε τυχαίο αυτό ή έχει κάποια βάση; Είναι ευσεβής πόθος που ενισχύεται κι από τις θρησκευτικές δοξασίες ή μήπως προέρχεται από εσωτερική πληροφόρηση; Προφανώς μακαρίτης μπορεί να είναι μόνο κάποιος που υπάρχει κι όχι ο ανύπαρκτος. Θα ήταν παράλογο η ιδιότητα της μακαριότητας να αποδιδόταν στο ΤΙΠΟΤΑ.

Άγιοι, μύστες και αρκετοί φιλόσοφοι θεωρούν το θάνατο ως γέννηση σε μια άλλη ζωή, σε μια διαφορετική διάσταση, σ’ έναν καλύτερο κόσμο, όπου, όπως ψέλνουν οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί στη νεκρώσιμη ακολουθία, «δεν υπάρχει οδύνη, λύπη ή στεναγμός». Είναι έτσι άραγε, ή μήπως είναι κι αυτό ευσεβής πόθος, παρηγοριά στους πενθούντας;

Άλλοι πάλι πιστεύουν στην υπό προϋποθέσεις αθανασία της ψυχής. Ότι δηλαδή η αθανασία είναι προνόμιο εκείνων των ανθρώπων που έφτασαν σ’ ένα ανώτερο στάδιο πνευματικής εξέλιξης. Ίσως υπάρχει κάποια λογική στη θεωρία αυτή, όχι όμως από την άποψη της επιβράβευσης αλλά της ικανότητας της συνείδησης να επιβιώσει εκείνου που η Αποκάλυψη αποκαλεί «δεύτερο θάνατο», δηλαδή της πλήρους αποσύνθεσης της ψυχής.

Στους Ψαλμούς βρίσκουμε ένα εδάφιο που παραπέμπει σε επιβίωση της ψυχής μετά το φυσικό θάνατο: «Πολύτιμος ενώπιον του Κυρίου ο θάνατος των οσίων αυτού.» (Ψαλμοί 116: 15) (115:6 στους Εβδομήκοντα)

Γιατί άραγε είναι πολύτιμος ο θάνατος των οσίων; Για να περνάνε καλά σε κάποιο μεταφυσικό παράδεισο; Όχι βέβαια! Μάλλον κάποια αποστολή θα έχουν, διότι το ορατό και αόρατο Σύμπαν είναι η ακατάπαυστα εξελισσόμενη θειότητα ή αν θέλετε, θεότητα. Εάν λοιπόν το εδάφιο που παρέθεσα έχει κάποια βάση, τότε θα πρέπει να ερμηνευθεί παράλληλα με τα εξής:
«Διότι η μεγάλη προσδοκία της κτίσεως προσμένει την φανέρωσιν των υιών του Θεού. (…) Επειδή εξεύρομεν ότι πάσα η κτίσις συστενάζει και συναγωνιά έως του νυν.» (Προς Ρωμαίους 8: 19, 22)

Προτού βιαστούμε ν' απορρίψουμε αυτά τα εδάφια ως ευσεβείς πόθους, ας διερωτηθούμε: στενάζει η κτίσις και αγωνιά μέχρι σήμερα; Βεβαίως! Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία περί αυτού. Το βλέπουμε και το βιώνουμε. Περιμένει η κτίσις, η ανθρωπότητα, τη φανέρωση κάποιων εμπνευσμένων ανθρώπων, ηγετών, προφητών, αγίων, για να της δώσουν όραμα και ελπίδα; Ασφαλώς!

Τώρα, εάν τα ανωτέρω εδάφια παραπέμπουν σε μετενσάρκωση εξελιγμένων ψυχών για να επιτελέσουν κάποια υψηλή αποστολή, ο καθένας καλείται να το διερευνήσει μόνος του. Μακριά από παμπόνηρους ψευδοπροφήτες που ισχυρίζονται ότι έχουν όλες τις απαντήσεις και παρασύρουν ως πρόβατα τους αφελείς εγκλωβίζοντάς τους σε θρησκείες και αιρέσεις που τους απαγορεύουν να διερευνήσουν, να σκεφτούν και να κρίνουν μόνοι τους.

Σε κάθε περίπτωση, το «γιατί» του θανάτου παραμένει επιτακτικό: Γιατί να υπάρχει θάνατος; Γιατί να υπάρχει η παρακμή, η καταστροφή των μορφών, η αποσύνθεση; Κι όμως, ενώ ο άνθρωπος μισεί το θάνατο, κάνει ό,τι μπορεί για να τον προκαλέσει πρόωρα και βάναυσα σε συνανθρώπους του μέσω πολέμων, πρόκλησης τεχνητών ασθενειών με μικρόβια που κατασκευάστηκαν στο εργαστήριο, πείνας και άλλων καταχθόνιων μεθόδων που επιβεβαιώνουν τη ρήση Homo Homini Lupus (Άνθρωπος για τον άνθρωπο λύκος).

Αντί λοιπόν να προβληματιζόμαστε με τα ατέλειωτα και αναπάντητα ερωτήματα της διαδικασίας αποχωρισμού της ψυχής από το σώμα μέσω του θανάτου, θα ήταν ευχής έργο αν προσπαθούσαμε ν’ απαντήσουμε στα αμείλικτα "γιατί" του πνευματικού θανάτου και της αποσύνθεσης της προσωπικότητας που επέρχεται από την εγκατάλειψη προαιώνιων αρχών και αξιών, πράγμα που επιταχύνει το φυσικό θάνατο σε άτομα και κοινωνίες. Άλλωστε υπάρχουν πολύ χειρότερα δεινά από ένα φυσιολογικό θάνατο, όπως η ασιτία, η μόνιμη φυσική αναπηρία, η νοητική αναπηρία, ο πόνος και άλλα.

Τούτες τις μέρες που λόγω «εβδομάδας των παθών» ο χριστιανός είναι πιο δεκτικός σε πνευματικά μηνύματα, ας θυμηθούμε την ωδή στην αγάπη του Αποστόλου Παύλου, κι ας προσπαθήσουμε να την εφαρμόσουμε στη ζωή μας αρχίζοντας από οικογένεια και φίλους, την πολυκατοικία που μένουμε, τη γειτονιά μας, και κυρίως τη Βουλή, το κατ’ εξοχήν φυτώριο μίσους και αλαζονείας:

«Εάν λαλώ τας γλώσσας των ανθρώπων και των αγγέλων, αγάπη δε μη έχω, έγινα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον.

Και εάν έχω προφητείαν και εξεύρω πάντα τα μυστήρια και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω πάσαν την πίστιν, ώστε να μετατοπίζω όρη, αγάπην δε μη έχω, είμαι ουδέν.

Και εάν πάντα τα υπάρχοντά μου διανείμω, και εάν παραδώσω το σώμα μου διά να καυθώ, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι.

Η αγάπη μακροθυμεί, αγαθοποιεί, η αγάπη δεν φθονεί, η αγάπη δεν αυθαδιάζει, δεν επαίρεται, δεν ασχημονεί, δεν ζητεί τα εαυτής, δεν παροξύνεται, δεν διαλογίζεται το κακόν, δεν χαίρει εις την αδικίαν, συγχαίρει δε εις την αλήθειαν πάντα ανέχεται, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει.

Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει. Τα άλλα όμως, είτε προφητείαι είναι, θέλουσι καταργηθή είτε γλώσσαι, θέλουσι παύσει είτε γνώσις, θέλει καταργηθή.

Διότι κατά μέρος γινώσκομεν και κατά μέρος προφητεύομεν όταν όμως έλθη το τέλειον, τότε το κατά μέρος θέλει καταργηθή.

Ότε ήμην νήπιος, ως νήπιος ελάλουν, ως νήπιος εφρόνουν, ως νήπιος εσυλλογιζόμην ότε όμως έγινα ανήρ, κατήργησα τα του νηπίου.

Διότι τώρα βλέπομεν διά κατόπτρου αινιγματωδώς, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωποντώρα γνωρίζω κατά μέρος, τότε δε θέλω γνωρίσει καθώς και εγνωρίσθην.

Τώρα δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα. Μεγαλυτέρα δε τούτων είναι η αγάπη.»
(Α' Προς Κορινθίους, ΙΓ': 1-13)