ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

Δεν υπάρχει πρόοδος χωρίς σύγκρουση. Συνειδητά ή ασυνείδητα, άτομα και έθνη εμπλέκονται στον αέναο πνευματικό αγώνα της Συμπαντικής Εξέλιξης, έναν αγώνα για την επικράτηση της Αλήθειας κατά του ψέματος, της Δικαιοσύνης κατά της αδικίας, της Αγάπης κατά του μίσους - αγώνα που αντανακλάται στο υλικό πεδίο προκαλώντας, δυστυχώς, πολύ ανθρώπινο πόνο… Θέτοντας κανείς τον εαυτό του στην υπηρεσία της Αλήθειας υπηρετεί το ύψιστο συλλογικό συμφέρον.

**Η Αλήθεια υπάρχει, το ψέμα πρέπει να εφευρεθεί.
**"Θα γνωρίσετε την Αλήθεια και η Αλήθεια θα σας ελευθερώσει" Βίβλος
**"Η μεγαλύτερη απώλεια στον κόσμο είναι η διαφορά μεταξύ αυτού που είμαστε κι αυτού που θα μπορούσαμε να γίνουμε."
**"Όταν οι φιλόσοφοι βασιλέψουν και οι βασιλιάδες φιλοσοφήσουν, μόνο τότε θα ευτυχήσουν οι λαοί." Πλάτων
**"Η αξία του ανθρώπου καθορίζεται από το σκαλοπάτι της κλίμακας της αγάπης πάνω στο οποίο στέκεται." Τορκόμ Σαραϊνταριάν

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2012

Η απέραντη μοναξιά του Ιησού Χριστού

Στην κορυφή υπάρχει πολλή μοναξιά, και ο Ιησούς ήταν στην κορυφή. Κατά τους οπαδούς του, οι οποίοι ούτε όταν ήταν ανάμεσά τους ούτε μετέπειτα κατανόησαν τα λόγια του, ήταν η κορυφή! Μόνο που δεν θέλησαν να τον πλησιάσουν, φοβούμενοι το ύψος, και τον άφησαν μόνο εκεί πάνω.

Στη διάρκεια της τριετούς διακονίας του, παρόλο που είχε αφοσιωμένους, υποτίθεται, μαθητές, παρόλο που τον ακολουθούσε πλήθος κόσμου, ήταν μόνος. Άλλωστε τα πλήθη δεν τον ακολουθούσαν για την διδασκαλία του, αλλά για να ξεκολλήσουν κανένα θαύμα θεραπείας, ή ακόμη και για να φάνε. Το γνώριζε αυτό ο Ιησούς αλλά είχε κατανόηση. Τι θα μπορούσε άλλωστε το πλήθος να καταλάβει από την εσωτερική διδασκαλία του Ιησού; Εδώ, 2000 χρόνια αργότερα οι άνθρωποι συνεχίζουν να την παρερμηνεύουν...

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της απόλυτης μοναξιάς του Ιησού ήταν την ώρα της δραματικής προσευχής του στο όρος των Ελαιών:

«Και εξελθών υπήγε κατά την συνήθειαν εις το όρος των Ελαιών• ηκολούθησαν δε αυτόν και οι μαθηταί αυτού.
Αφού δε ήλθεν εις τον τόπον, είπε προς αυτούς: Προσεύχεσθε, διά να μη εισέλθητε εις πειρασμόν.
Και αυτός εχωρίσθη απ' αυτών ως λίθου βολήν, και γονατίσας προσηύχετο, λέγων: Πάτερ, εάν θέλεις να απομακρύνεις το ποτήριον τούτο απ' εμού πλην ουχί το θέλημά μου, αλλά το σον ας γίνει.
Εφάνη δε εις αυτόν άγγελος απ' ουρανού ενισχύων αυτόν. Και ελθών εις αγωνίαν, προσηύχετο θερμότερον, έγινε δε ο ιδρώς αυτού ως θρόμβοι αίματος καταβαίνοντες εις την γην.
Και σηκωθείς από της προσευχής, ήλθε προς τους μαθητάς αυτού και εύρεν αυτούς κοιμωμένους από της λύπης, και είπε προς αυτούς: Τι κοιμάσθε; Σηκώθητε και προσεύχεσθε, διά να μη εισέλθητε εις πειρασμόν.» (Κατά Λουκά 22: 39-46)

Όπως τονίζω κάθε φορά που αναφέρομαι στη Βίβλο, τόσο στην Παλαιά όσο και στην Καινή Διαθήκη, δεν την θεωρώ ολόκληρη ως θεόπνευστη. Είναι έργο ανθρώπων, και σαν τέτοιο και λάθη εμπεριέχει, και προκαταλήψεις , και ιστορικές ανακρίβειες, αλλά και εμπνευσμένα κομμάτια, κατάλληλα προς πνευματική οικοδομή, αν μπορέσει κανείς να εισέλθει στο εσωτερικό νόημα των συμβολισμών και αλληγοριών.

Στα ανωτέρω εδάφια βλέπουμε ότι ο Ιησούς, στην πιο δραματική ώρα πριν από την παράδοσή του στους «αρχιερείς και στρατηγούς του ιερού και πρεσβυτέρους» (εδάφιο 52), αποχωρίζεται από τους μαθητές του για να προσευχηθεί μόνος. Τι να τους έκανε μαζί του; Περιττό βάρος θα ήταν. Εκείνους τους άφησε «λίθου βολή» πιο πέρα, και το πιο φυσιολογικό που θα ανέμενε κανείς είναι ν’ αγρυπνούν ως φύλακες και να προσεύχονται και αυτοί για το Διδάσκαλό τους.

Τι συνέβη όμως; Τους πήρε ο ύπνος! Για τέτοια «πνευματική εγρήγορση» μιλάμε… Ο συγγραφέας του κατά Λουκά Ευαγγελίου προσπαθεί να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, αποδίδοντας τον ύπνο στη δήθεν υπερβολική λύπη τους! Εγώ τον αποδίδω στον πνευματικό ύπνο τους. Πνευματικά οι μαθητές του Ιησού κοιμόντουσαν όρθιοι!

Τι είδους εναγώνια προσευχή έκανε άραγε ο Ιησούς ώστε να κατεβαίνει ο ιδρώτας αυτού ως θρόμβοι αίματος; Κανείς δεν γνωρίζει αφού κανείς δεν ήταν παρών, ούτε σωματικά ούτε πνευματικά. Και ούτε μπορώ να φανταστώ ότι ο μεγάλος μύστης Ιησούς όταν ξύπνησε τους κοιμώμενους μαθητές τους έδωσε αναφορά για το πώς προσευχόταν. Αν ήταν να τους το κοινοποιήσει θα τους έπαιρνε μαζί του για ν’ ακούσουν οι ίδιοι την προσευχή του. Άρα λοιπόν ο Λουκάς φαντάστηκε ότι ο Ιησούς θα προσευχόταν στον πατέρα του να αποφύγει «το ποτήριον τούτο.»

Προσωπικά πιστεύω ότι η «προσευχή» του Ιησού ήταν ένας πνευματικός πόλεμος, μια μονομαχία με τις δυνάμεις τους σκότους, δηλαδή με το "κακό". Ένας μύστης δεν παρακαλάει το Θεό για να του κάνει χάρες. Ένας μύστης γνωρίζει ότι ο Θεός, δηλαδή η πνευματική δύναμη, είναι μέσα του και αυτή τη δύναμη πρέπει να χρησιμοποιήσει για να επιτύχει τους στόχους του. Αλίμονο αν η απρόσωπη θεότητα άλλαζε γνώμη ανάλογα με τα «κύριε ελέησον» των αιτούντων. Άλλωστε ο Ιησούς κατά τη διάρκεια της διακονίας του, αντί για προσευχή, απεύθυνε «λόγον» προς το πρόβλημα.
Ας θυμηθούμε την ιστορία με τον εκατόνταρχο:

«Ότε δε εισήλθεν ο Ιησούς εις Καπερναούμ, προσήλθε προς αυτόν εκατόνταρχος παρακαλών αυτόν και λέγων: Κύριε, ο δούλός μου κείται εν τη οικία παραλυτικός, δεινώς βασανιζόμενος.
Και λέγει προς αυτόν ο Ιησούς: Εγώ ελθών θέλω θεραπεύσει αυτόν.
Και αποκριθείς ο εκατόνταρχος είπε: Κύριε, δεν είμαι άξιος να εισέλθεις υπό την στέγην μου αλλά μόνον ειπέ λόγον, και θέλει ιατρευθεί ο δούλος μου.
Διότι και εγώ είμαι άνθρωπος υπό εξουσίαν, έχων υπ' εμαυτόν στρατιώτας, και λέγω προς τούτον, Ύπαγε, και υπάγει, και προς άλλον, Έρχου, και έρχεται, και προς τον δούλον μου, Κάμε τούτο, και κάμνει.
Ακούσας δε ο Ιησούς εθαύμασε και είπε προς τους ακολουθούντας: Αληθώς σας λέγω, ουδέ εν τω Ισραήλ εύρον τοσαύτην πίστιν.» (Κατά Ματθαίον, 8: 5-10)

Ένα άλλο περιστατικό, ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο "προσευχόταν" ο Ιησούς, έχουμε στην ανάσταση του Λαζάρου. Παραθέτω τα σχετικά εδάφια:

«Η Μαρία λοιπόν καθώς ήλθεν όπου ήτο ο Ιησούς, ιδούσα αυτόν έπεσεν εις τους πόδας αυτού, λέγουσα προς αυτόν: Κύριε, εάν ήσουν εδώ, ο αδελφός μου δεν ήθελεν αποθάνει.
Ο δε Ιησούς, καθώς είδεν αυτήν κλαίουσαν και τους ελθόντας μετ' αυτής Ιουδαίους κλαίοντας, εστέναξεν εν τη ψυχή αυτού και εταράχθη, και είπε: Που εβάλετε αυτόν; Λέγουσι προς αυτόν: Κύριε, ελθέ και ίδε.
Εδάκρυσεν ο Ιησούς.
Έλεγον λοιπόν οι Ιουδαίοι: Ιδέ πόσον ηγάπα αυτόν.
Τινές δε εξ αυτών είπον: Δεν ηδύνατο ούτος, όστις ήνοιξε τους οφθαλμούς του τυφλού, να κάμει ώστε και ούτος να μη αποθάνει;
Ο Ιησούς λοιπόν, πάλιν στενάζων εν εαυτώ, έρχεται εις το μνημείον ήτο δε σπήλαιον, και έκειτο λίθος επ' αυτού.
Λέγει ο Ιησούς: Σηκώσατε τον λίθον. Λέγει προς αυτόν η αδελφή του αποθανόντος η Μάρθα: Κύριε, όζει ήδη, διότι είναι τεσσάρων ημερών.
Λέγει προς αυτήν ο Ιησούς: Δεν σοι είπον ότι εάν πιστεύσεις, θέλεις ιδεί την δόξαν του Θεού;

Εσήκωσαν, λοιπόν, τον λίθον, όπου έκειτο ο αποθανών. Ο δε Ιησούς, υψώσας τους οφθαλμούς άνω, είπε: Πάτερ, ευχαριστώ σοι ότι μου ήκουσας.

Και εγώ εγνώριζον ότι πάντοτε μου ακούεις, αλλά διά τον όχλον τον περιεστώτα είπον τούτο, διά να πιστεύσωσιν ότι συ με απέστειλας.

Και ταύτα ειπών, μετά φωνής μεγάλης εκραύγασε: Λάζαρε, ελθέ έξω.

Και εξήλθεν ο τεθνηκώς, δεδεμένος τους πόδας και τας χείρας με τα σάβανα, και το πρόσωπον αυτού ήτο περιδεδεμένον με σουδάριον. Λέγει προς αυτούς ο Ιησούς: Λύσατε αυτόν και αφήσατε να υπάγει.» (Κατά Ιωάννη 11: 32-44)

Λάζαρε, ελθέ έξω! Αυτό ήταν! Δάκρυσε όμως ο Ιησούς και εστέναξε εν τη ψυχή αυτού προτού προφέρει το λόγο. Τόσο τα δάκρυα όσο και ο στεναγμός φανερώνουν ότι το πνεύμα του Ιησού προτού προφέρει το λόγο είχε εμπλακεί σ’ ένα πνευματικό πόλεμο με το θάνατο.

Αυτά ως προς τον τρόπο που "προσευχόταν" ο Ιησούς. Ας επανέλθουμε όμως στην απέραντη μοναξιά του στο Όρος των Ελαιών. Αφού ο Ιησούς κατσάδιασε τους μαθητές του που το είχαν ρίξει στον ύπνο, «Ενώ δε αυτός ελάλει έτι, ιδού όχλος, και ο λεγόμενος Ιούδας, εις των δώδεκα, ήρχετο προ αυτών και επλησίασεν εις τον Ιησούν, διά να φιλήσει αυτόν.
Ο δε Ιησούς είπε προς αυτόν: Ιούδα, με φίλημα παραδίδεις τον Υιόν του ανθρώπου;
Ιδόντες δε οι περί αυτόν τι έμελλε να γίνει, είπον προς αυτόν: Κύριε, να κτυπήσωμεν με την μάχαιραν;
Και εκτύπησεν εις εξ αυτών τον δούλον του αρχιερέως και απέκοψεν αυτού το ωτίον το δεξιόν.
Αποκριθείς δε ο Ιησούς, είπεν: Αφήσατε έως τούτου. Και πιάσας το ωτίον αυτού ιάτρευσεν αυτόν.» (Κατά Λουκά 22: 47-51)

Για άλλη μια φορά παρατηρούμε ότι οι μαθητές ήταν αλλού νυχτωμένοι, και λειτουργούσαν με τη σάρκα, δηλαδή παρορμητικά και εκδικητικά, διότι προφανώς δεν είχαν καταλάβει τίποτα από την διδασκαλία του Ιησού και τα όσα τους είχε πει για το εθελούσιο πάθος του.

Στη συνέχεια, σαν μια ακόμη περίτρανη απόδειξη της απόλυτης μοναξιάς του Ιησού, έχουμε την άρνηση του Πέτρου. Και ποιος ήταν ο Πέτρος; Όχι ένας τυχαίος μαθητής! Ήταν εκείνος που είχε αναγνωρίσει στο πρόσωπο του Ιησού τον Υιό του Θεού! Aς θυμηθούμε τη στιχομυθία:

«Ότε δε ήλθεν ο Ιησούς εις τα μέρη της Καισαρείας της Φιλίππου, ηρώτα τους μαθητάς αυτού, λέγων: Τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι ότι είμαι εγώ ο Υιός του ανθρώπου;
Οι δε είπον: Άλλοι μεν Ιωάννην τον Βαπτιστήν, άλλοι δε Ηλίαν και άλλοι Ιερεμίαν ή ένα των προφητών.
Λέγει προς αυτούς: Αλλά σεις τίνα με λέγετε ότι είμαι;
Και αποκριθείς ο Σίμων Πέτρος είπε: Συ είσαι ο Χριστός ο Υιός του Θεού του ζώντος.
Και αποκριθείς ο Ιησούς είπε προς αυτόν: Μακάριος είσαι, Σίμων, υιέ του Ιωνά, διότι σαρξ και αίμα δεν σοι απεκάλυψε τούτο, αλλ' ο Πατήρ μου ο εν τοις ουρανοίς.» (Κατά Ματθαίον 16: 13-17)

Αδικαιολόγητος, λοιπόν, ο Πέτρος να ψεύδεται, για να μην αποκαλυφθεί ότι ανήκε στην ομάδα του Ιησού και συλληφθεί κι εκείνος. Για να δούμε τι είπε αυτός ο δειλός:

«Συλλαβόντες δε αυτόν (τον Ιησού), έφεραν και εισήγαγον αυτόν εις τον οίκον του αρχιερέως. Ο δε Πέτρος ηκολούθει μακρόθεν.
Αφού δε ανάψαντες πυρ εν τω μέσω της αυλής συνεκάθησαν, εκάθητο ο Πέτρος εν μέσω αυτών.
Ιδούσα δε αυτόν μία τις δούλη καθήμενον προς το φως και ενατενίσασα εις αυτόν, είπε: Και ούτος ήτο μετ' αυτού.
Ο δε ηρνήθη, λέγων: Γύναι, δεν γνωρίζω αυτόν.
Και μετ' ολίγον άλλος τις ιδών αυτόν, είπε: Και συ εξ αυτών είσαι. Ο δε Πέτρος είπεν: Άνθρωπε, δεν είμαι.
Και αφού επέρασεν ως μία ώρα, άλλος τις διϊσχυρίζετο, λέγων: Επ' αληθείας και ούτος μετ' αυτού ήτο, διότι Γαλιλαίος είναι.
Είπε δε ο Πέτρος: Άνθρωπε, δεν εξεύρω τι λέγεις. Και παρευθύς, ενώ αυτός ελάλει έτι, εφώναξεν ο αλέκτωρ.
Και στραφείς ο Κύριος ενέβλεψεν εις τον Πέτρον, και ενεθυμήθη ο Πέτρος τον λόγον του Κυρίου, ότι είπε προς αυτόν ότι πριν φωνάξει ο αλέκτωρ, θέλεις με απαρνηθή τρις.
Και εξελθών έξω ο Πέτρος έκλαυσε πικρώς.» (Κατά Λουκά 22: 54-62)

Πολύ αργά για δάκρυα, Πέτρο. Άλλωστε, αν πράγματι ήταν δάκρυα μετανοίας, θα προσερχόταν αμέσως να ομολογήσει στους αρχιερείς ότι ήταν μαθητής του Ιησού γι’ αυτούς και γι’ αυτούς τους λόγους. Όμως εκείνος επέμεινε αμετανόητα στο ψέμα: «Δεν γνωρίζω αυτόν»!

Προσωπικά θεωρώ την προδοσία του Πέτρου μεγαλύτερη από εκείνη του Ιούδα. Διότι ο μεν Ιούδας, όταν κατάλαβε τι έκανε, μετανόησε ειλικρινά και κρεμάστηκε, ο δε Πέτρος απλά έκλαψε και συνέχισε ν’ αρνείται το Χριστό για να διασώσει το σαρκίο του.

Δυστυχώς οι χριστιανοί συνεχίζουν ν’ αναθεματίζουν τον ειλικρινά μετανοήσαντα Ιούδα ενώ έδειξαν κατανόηση στον υποκριτή Πέτρο, ίσως επειδή ρέπουν και οι ίδιοι προς την υποκρισία. Ωστόσο, κατά τα πιστεύω τους, ο Ιούδας ήταν μαρκαρισμένος για να κάνει τη βρώμικη δουλειά, δηλαδή να στείλει τον Ιησού στο σταυρό για να τους "λυτρώσει" από την αμαρτία και την κυριαρχία του διαβόλου. Αυτά δεν πιστεύουν; Θα έπρεπε λοιπόν να τον ευγνωμονούν, αφού χωρίς τον Ιούδα γιοκ σταύρωση, γιοκ λύτρωση, γιοκ σωτηρία! Έτσι δεν είναι;

Υπάρχουν μάλιστα και σχετικά εδάφια του Αποστόλου Παύλου, όπου ισχυρίζεται ότι ο ίδιος ο Θεός επιλέγει ποιο ρόλο θα παίξει ο καθένας!

«Αλλά μάλιστα συ, ω άνθρωπε, τις είσαι, όστις ανταποκρίνεσαι προς τον Θεόν; Μήπως το πλάσμα θέλει ειπεί προς τον πλάσαντα, διατί με έκαμες ούτως;
Ή δεν έχει εξουσίαν ο κεραμεύς του πηλού, από του αυτού μίγματος να κάμει άλλο μεν σκεύος εις τιμήν, άλλο δε εις ατιμίαν» (Προς Ρωμαίους 9: 20-21)

Ας θυμηθούμε όμως την ανάθεση του ρόλου του προδότη στον Ιούδα από τον ίδιο του Ιησού:

«Αφού είπε ταύτα ο Ιησούς, εταράχθη την ψυχήν και εμαρτύρησε και είπεν: Αληθώς, αληθώς σας λέγω ότι εις εξ υμών θέλει με παραδώσει.
Έβλεπον λοιπόν εις αλλήλους οι μαθηταί, απορούντες περί τίνος λέγει.

Εκάθητο δε κεκλιμένος εις τον κόλπον του Ιησού εις των μαθητών αυτού, τον οποίον ηγάπα ο Ιησούς.

Νεύει λοιπόν προς τούτον ο Σίμων Πέτρος διά να ερωτήσει τις είναι εκείνος, περί του οποίου λέγει.
Και πεσών εκείνος επί το στήθος του Ιησού, λέγει προς αυτόν: Κύριε, τις είναι;
Αποκρίνεται ο Ιησούς: Εκείνος είναι, εις τον οποίον εγώ βάψας το ψωμίον θέλω δώσει. Και εμβάψας το ψωμίον δίδει εις τον Ιούδαν Σίμωνος τον Ισκαριώτην.

Και μετά το ψωμίον τότε εισήλθεν εις εκείνον ο Σατανάς. Λέγει λοιπόν προς αυτόν ο Ιησούς: ό,τι κάμνεις, κάμε ταχύτερον.
» (Κατά Ιωάννη, 13: 21-27)

Προσέξτε το τελευταίο εδάφιο: μετά το ψωμίον εισήλθε ο Σατανάς στον Ιούδα! Βρε το φουκαρά! Και ο Ιησούς τον ενθάρρυνε, μάλιστα: ό,τι έχεις να κάνεις κάνε το γρήγορα! Και το ερώτημα που προκύπτει είναι αν ο Σατανάς εισήλθε στον Ιούδα επειδή ο Ιησούς τον επέλεξε για τη βρώμικη δουλειά, ή αν ο Ιησούς απλά διέγνωσε τις προθέσεις του Ιούδα...

Πάντως, ο 'εκλεκτός" μαθητής Πέτρος ενωρίτερα είχε αποτρέψει τον Ιησού από το μαρτύριο, και για το λόγο αυτό ο Ιησούς τον είχε αποκαλέσει "Σατανά"! Ας δούμε τα σχετικά εδάφια:

«Από τότε ήρχισεν ο Ιησούς να δεικνύει εις τους μαθητάς αυτού ότι πρέπει να υπάγει εις Ιεροσόλυμα και να πάθη πολλά από των πρεσβυτέρων και αρχιερέων και γραμματέων, και να θανατωθεί, και την τρίτην ημέραν να αναστηθεί.

Και παραλαβών αυτόν ο Πέτρος κατ' ιδίαν ήρχισε να επιτιμά αυτόν, λέγων: Γενού ίλεως εις σεαυτόν, Κύριε! Δεν θέλει γίνει τούτο εις σε.

Εκείνος δε στραφείς είπε προς τον Πέτρον: Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά, σκάνδαλόν μου είσαι διότι δεν φρονείς τα του Θεού, αλλά τα των ανθρώπων.» (Κατά Ματθαίον 16: 21-23)

Όσα παρέθεσα, και πολλά ακόμη που παρέλειψα, επιβεβαιώνουν την απέραντη πνευματική μοναξιά του Ιησού κατά τη διάρκεια της επί γης διακονίας του. Αυτή δυστυχώς είναι η μοίρα των αληθινά μεγάλων από καταβολής κόσμου: Μοναξιά, προδοσία, σταύρωση, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο... Γι’ αυτό η ανθρωπότητα καλύπτεται ακόμη από πυκνό πνευματικό σκοτάδι.

«Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, η φονεύουσα τους προφήτας και λιθοβολούσα τους απεσταλμένους προς σε, ποσάκις ηθέλησα να συνάξω τα τέκνα σου καθ' ον τρόπον συνάγει η όρνις τα ορνίθια εαυτής υπό τας πτέρυγας, και δεν ηθελήσατε.» (Κατά Ματθαίον 23: 37)

Αλίμονο, η ιστορία επαναλαμβάνεται σε κάθε "Ιερουσαλήμ" μέχρι σήμερα… Οι άνθρωποι λιβανίζουν τους διεφθαρμένους και διώκουν τους εμπνευσμένους. Το επιβεβαιώνει και ο Απόστολος Παύλος στην δεύτερη προς Κορινθίους επιστολή του: «Γιατί πράγματι δείχνετε ανοχή αν κάποιος σας υποδουλώνει, αν κάποιος σας κατατρώγει (κατεσθίει), αν κάποιος κερδοσκοπεί σε βάρος σας, αν κάποιος επαίρεται, αν κάποιος σας δέρνει κατά πρόσωπο.» (Β' Κορινθίους, 11: 20)

Σας θυμίζει τίποτα αυτό το αυτοκαταστροφικό χούι;