ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

Δεν υπάρχει πρόοδος χωρίς σύγκρουση. Συνειδητά ή ασυνείδητα, άτομα και έθνη εμπλέκονται στον αέναο πνευματικό αγώνα της Συμπαντικής Εξέλιξης, έναν αγώνα για την επικράτηση της Αλήθειας κατά του ψέματος, της Δικαιοσύνης κατά της αδικίας, της Αγάπης κατά του μίσους - αγώνα που αντανακλάται στο υλικό πεδίο προκαλώντας, δυστυχώς, πολύ ανθρώπινο πόνο… Θέτοντας κανείς τον εαυτό του στην υπηρεσία της Αλήθειας υπηρετεί το ύψιστο συλλογικό συμφέρον.

**Η Αλήθεια υπάρχει, το ψέμα πρέπει να εφευρεθεί.
**"Θα γνωρίσετε την Αλήθεια και η Αλήθεια θα σας ελευθερώσει" Βίβλος
**"Η μεγαλύτερη απώλεια στον κόσμο είναι η διαφορά μεταξύ αυτού που είμαστε κι αυτού που θα μπορούσαμε να γίνουμε."
**"Όταν οι φιλόσοφοι βασιλέψουν και οι βασιλιάδες φιλοσοφήσουν, μόνο τότε θα ευτυχήσουν οι λαοί." Πλάτων
**"Η αξία του ανθρώπου καθορίζεται από το σκαλοπάτι της κλίμακας της αγάπης πάνω στο οποίο στέκεται." Τορκόμ Σαραϊνταριάν

Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2013

Γιώργος Παπακωνσταντίνου: Ο αίρων τας αμαρτίας του σάπιου πολιτικο-οικονομικού κατεστημένου

24/10/2012

 8/1/2013

6/6/2013

15/7/2013

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Βουλή, 15/7/2013: 

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, πριν από έξι μήνες συστήσατε με την ψήφο σας μια Προανακριτική Επιτροπή για να διερευνήσει τυχόν ποινικές μου ευθύνες στη λίστα Λαγκάρντ. Και σήμερα έχετε μπροστά σας τα πορίσματα αυτής της Επιτροπής που προτείνει την παραπομπή μου στο Ειδικό Δικαστήριο με βαρύτατες κατηγορίες, οι οποίες επισείουν πολυετή φυλάκιση.

Τις κατηγορίες αυτές τις αρνούμαι απόλυτα και κατηγορηματικά. Ούτε απιστία έχω διαπράξει, ούτε νόθευση εγγράφου, ούτε παράβαση καθήκοντος. 

Σας προτείνουν να συστήσετε Ειδικό Δικαστήριο, για πρώτη φορά από την παραπομπή του Ανδρέα Παπανδρέου το 1989, για το θέμα αυτό, τη λίστα Λαγκάρντ, που δεν είναι καν η πιο σημαντική λίστα που έχει το Υπουργείο Οικονομικών. 

Σας προτείνουν να συστήσετε Ειδικό Δικαστήριο, όχι για τα μύρια όσα έχουν συμβεί στη χώρα μας τις τελευταίες δεκαετίες, όχι για όλα τα πραγματικά, τα μεγάλα σκάνδαλα που έχουν κοστίσει δισεκατομμύρια στη χώρα, όχι για τα σκάνδαλα από τα οποία πλούτισαν πολιτικοί, αλλά για μία ιστορία μη πρωτοκόλλησης μιας παράνομης λίστας, που εγώ έφερα στη χώρα για αξιοποίηση και αφαίρεσης τριών ονομάτων συγγενών μου, που δεν έκανα. 

Πρόκειται για μια υπόθεση από την οποία ούτε εγώ έχω αποκομίσει οποιοδήποτε οικονομικό όφελος ούτε έχει ζημιωθεί το δημόσιο. Η ιστορία, λοιπόν, επαναλαμβάνεται μετά από είκοσι πέντε χρόνια. Μόνο που αυτή τη φορά επαναλαμβάνεται ως φάρσα. Γιατί τι άλλο εκτός από φάρσα είναι αυτό που έχει εκτυλιχτεί έξι μήνες τώρα;

Δεν μιλώ για τους ατέρμονους καυγάδες ανάμεσα στα μέλη της Προανακριτικής που μονοπώλησαν το ενδιαφέρον των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, χωρίς να κάνουν σοφότερους τους πολίτες ως προς την ουσία της υπόθεσης, αντίθετα ευτελίζοντας και συσκοτίζοντας την υπόθεση. 
Μιλώ για την απόλυτα προσχηματική διαδικασία, την προκατάληψη, το προκατασκευασμένο πόρισμα, τις προειλημμένες αποφάσεις.

Ο Πρόεδρος της Προανακριτικής Επιτροπής είχε πει στην έναρξη της διαδικασίας απευθυνόμενος στα μέλη: «Ραδιόφωνο, τηλεόραση, εφημερίδες, παρακαλώ πάρα πολύ να τα αποφύγουμε. Δεν πρέπει να εκφέρουμε κρίσεις και περιεχόμενο καταθέσεων ή οτιδήποτε άλλο. Εννοείται ότι θα τηρήσουμε τη μυστικότητα που επιβάλλεται από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, οι διατάξεις του οποίου και εφαρμόζονται». 

Ακολούθησαν πάνω από εκατό εμφανίσεις μελών της Επιτροπής στα ΜΜΕ, με πρώτο τον Πρόεδρό της. 
Εμφανίσεις όπου έγιναν συγκεκριμένες κρίσεις για την υπόθεση, που προκαταλαμβάνουν ενοχή, που τινάζουν στον αέρα κάθε πρόσχημα αδιάβλητης αντικειμενικής διαδικασίας διερεύνησης της αλήθειας. 
Κρίσεις που δεν αρμόζουν σε οιονεί εισαγγελείς, όπως είναι -υποτίθεται- τα μέλη μιας παρόμοιας Επιτροπής. 
Κρίσεις που παραβιάζουν κάθε δικονομικό κανόνα. 
Κρίσεις που βρίσκει βεβαία κανείς αφειδώς και στην ίδια τη δικογραφία και έχουν διατυπωθεί από διαφορετικά μέλη της Επιτροπής. 

Σταχυολογώ μερικές ενδεικτικές από τα Πρακτικά:
-«Θα πάει ο Παπακωνσταντίνου για ένα πλημμέλημα και θα γελάει το σύμπαν». 
-«Δεν θα γλιτώσει κανένας τη χλεύη αν αυτή η Επιτροπή δεν καταλήξει τουλάχιστον σε αυτή την πρόταση που έχει κάνει η Βουλή». 

Κρίσεις σαν και αυτές υπάρχουν πολλές, σε μια δικογραφία που ακόμα δεν έχω προλάβει να ολοκληρώσω να διαβάζω. 

Και αντίστοιχος ήταν και ο χειρισμός των μαρτύρων. Εκεί, μέλη της Επιτροπής - ευτυχώς όχι όλα - άσκησαν συστηματικά πρακτικές εκφοβισμού, ψυχολογικής βίας - κάποιοι το είπαν κιόλας - και απειλών για να πουν οι μάρτυρες αυτά που ήθελε η Επιτροπή, όχι αυτά που πραγματικά συνέβησαν. 

Με απαξιωτικές και ειρωνικές αναφορές σε ανθρώπους που το μόνο που έκαναν ήταν να έχουν διατελέσει συνεργάτες μου. Μιλάμε για ανθρώπους καταξιωμένους, με επαγγελματική πορεία πίσω τους, όχι για κομματικό στρατό. 
Με απαράδεκτα ερωτήματα του τύπου: «Σε ποιο κόμμα ανήκετε;». 
Έγινε έλεγχος πολιτικών φρονημάτων από μέλη της Βουλής. 
Με μέλη της Επιτροπής να εγκαλούν υψηλόβαθμους δημόσιους λειτουργούς, όχι πολιτικά πρόσωπα, που τόλμησαν να δώσουν καταθέσεις που στηρίζουν τα λεγόμενα και τους ισχυρισμούς μου. 
Ένας και μόνο χαρακτηρισμός αρμόζει στον τρόπο που χειρίστηκε τους μάρτυρες η Επιτροπή: Είναι ντροπή! 

Όταν ήλθε η στιγμή να κληθώ στην Επιτροπή για εξηγήσεις, η Επιτροπή προκλητικά μου στέρησε τον ελάχιστο αναγκαίο χρόνο για να μελετήσω τη δικογραφία. Το μέγεθος της δικογραφίας είναι είκοσι χιλιάδες σελίδες. Το είπαν εξάλλου πολλά μέλη της Επιτροπής σήμερα περήφανα.

Γι’ αυτές μου δόθηκαν αρχικά επτά ημέρες προθεσμία. Ύστερα από τις διαμαρτυρίες μου, μου παραχωρήθηκαν άλλες δέκα ημέρες. Ο χρόνος επεξεργασίας ήταν περίπου χίλιες τριακόσιες σελίδες την ημέρα. Είναι κανονικός εμπαιγμός, όπως δήλωσα και στην ίδια την Επιτροπή.

Για την ενημέρωσή σας προσθέτω ότι ούτε αυτήν τη στιγμή που μιλάμε έχω παραλάβει όλη τη δικογραφία. Κατά διαβολική σύμπτωση, μου επισημάνθηκε ότι για αντίστοιχων σελίδων δικογραφία οι τουρκικές αρχές είχαν παράσχει στον Οτσαλάν πάλι δεκαεπτά ημέρες προθεσμία. Είναι περιττό να υπενθυμίσω ότι γι’ αυτήν την παραβίαση η Τουρκία καταδικάστηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στο δρόμο της Τουρκίας είμαστε κι εμείς. 

Αυτή υπήρξε, λοιπόν, η σοβαρότητα της Προανακριτικής Επιτροπής. 
Αυτός ήταν ο σεβασμός στα ελάχιστα, στα προφανή δικαιώματά μου, δικαιώματα του κάθε εγκαλούμενου, που κατοχυρώνουν όλες οι ευρωπαϊκές Συνθήκες και η ελληνική νομοθεσία. 

Στη συνέχεια, ήλθε το πόρισμα για να αποδείξει πέραν κάθε αμφιβολίας πόσο προσχηματική ήταν όλη αυτή η διαδικασία. Ένα πόρισμα, στο οποίο θα αναφερθώ λεπτομερώς, που κάνει επιλεκτική και ακραία μεροληπτική χρήση στοιχείων και μαρτυριών, ενώ παραβλέπει μαρτυρίες και απλώς αγνοεί αντικειμενικά και αδιαμφισβήτητα στοιχεία. Τα αγνοεί ηθελημένα.

Μνημονεύεται μόνο ό,τι βολεύει στην κατασκευή της ενοχής μου με απολύτως αστήρικτη, αυθαίρετη εξαγωγή συμπερασμάτων. Ό,τι δεν βολεύει απλώς δεν αναφέρεται, λογοκρίνεται, δεν τίθεται καν στην κρίση σας, υπ’ όψιν σας, με ουδετερότητα ως πληροφορία. 

Ο πλήρης ευτελισμός, όμως, της διαδικασίας βρίσκεται αλλού. Βρίσκεται στο απίστευτο γεγονός ότι από τους επτά Βουλευτές που υπογράφουν το πόρισμα της πλειοψηφίας, οι δύο δεν μετείχαν καν των εργασιών της Επιτροπής. Καλά ακούσατε! 

Το πόρισμα υπογράφουν δύο Βουλευτές που συμμετείχαν μόνο στην τελευταία συνεδρίαση της Επιτροπής, όταν αντικατέστησαν τα μέλη που υπουργοποιήθηκαν στον πρόσφατο ανασχηματισμό. Δεν έχουν εξετάσει μάρτυρες, δεν έχουν μετάσχει στη συζήτηση. Υποθέτω ότι δεν έχουν προλάβει να διαβάσουν είκοσι χιλιάδες σελίδες δικογραφίας. Τι γνωρίζουν από μία υπόθεση, στην οποία έβαλαν την υπογραφή τους για να στείλουν έναν άνθρωπο στο Ειδικό Δικαστήριο; 

Η Προανακριτική Επιτροπή υποτίθεται ότι λειτουργεί με βάση την ποινική δικονομία, και αυτοί απλώς πειθάρχησαν σε κομματικά κελεύσματα. Δύσκολα φαντάζεται κανείς μεγαλύτερη διακωμώδηση του θεσμού. 

Σε παρόμοιες υποθέσεις όπου κρίνεται η τύχη ενός ανθρώπου, η διαδικασία είναι και ουσία, είναι ο σεβασμός στο κράτος δικαίου, στα στοιχειώδη δικαιώματα του εγκαλούμενου και όχι του υπό εκτέλεση, όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε σε εμένα σε μία αποστροφή του ο Πρόεδρος της Επιτροπής, ο κ. Μαρκογιαννάκης. Γλώσσα λανθάνουσα. Ναι, έτσι το είπε ο κ. Μαρκογιαννάκης: «Είναι υπό εκτέλεση». 

Αντί για μία μυστική διαδικασία προανάκρισης, με τα μέλη της Επιτροπής να λειτουργούν ως οιωνοί εισαγγελείς, διεξήχθη μία απόλυτα διαβλητή, μεροληπτική, προκατειλημμένη και δικονομικά άκυρη διαδικασία. Μία διαδικασία που έδειξε περίτρανα ότι είχε προειλημμένη την απόφαση για παραπομπή. 

Με άλλα λόγια, τον ένοχο τον είχαν από την αρχή, το ζητούμενο ήταν απλώς να βρουν τι θα του «φορτώσουν». Λυπάμαι πάρα πολύ γιατί άκουσα από κάποιους κοινοβουλευτικούς εκπροσώπους να λένε: «Εντάξει, δεν πειράζει, σήμερα απλώς κάνουμε μία δίωξη. Δεν τον καταδικάσαμε κιόλας».

Μία δίωξη στη βάση μίας τέτοιου είδους διαδικασίας και τέτοιου είδους πορίσματος. 

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, έρχομαι στην ουσία και στα συμπεράσματα του πορίσματος, γιατί σήμερα δεν άκουσα πολλά γι’ αυτά. Από τους Εισηγητές άκουσα πολιτικές τοποθετήσεις και αντεγκλήσεις. Για την ουσία των επιχειρημάτων του πορίσματος όλοι είπαν: «Καλά, ξέρουμε ότι ο κ. Παπακωνσταντίνου τα έκανε όλα αυτά. Θα σας πούμε γιατί δεν τα έκαναν άλλοι ή γιατί τα έκαναν και άλλοι».

Η πρώτη κατηγορία που μου αποδίδεται είναι η απιστία σε βαθμό κακουργήματος, ότι δηλαδή ως αρμόδιος Υπουργός Οικονομικών δήθεν δεν αξιοποίησα τη λίστα Λαγκάρντ, δήθεν την έκρυψα, δήθεν δεν την έδωσα για έλεγχο στις αρμόδιες αρχές και εξαιτίας αυτού, το δημόσιο ζημιώθηκε με μεγάλα ποσά που θα είχε ήδη εισπράξει. 

 Εδώ, ο παραλογισμός σπάει ρεκόρ. Αν δεν ήθελα να αξιοποιήσω τη λίστα, είχα μία πολύ πιο απλή επιλογή: να μην τη ζητήσω από τους Γάλλους. Και η ειρωνεία είναι ότι αν δεν την είχα ζητήσει, βέβαια, δεν θα ήμουν εδώ σήμερα να δίνω εξηγήσεις.

Τίποτα απ’ όλα όσα ισχυρίζεται το πόρισμα δεν τεκμηριώνεται από κανένα στοιχείο της δικογραφίας. Αντιθέτως, οι ισχυρισμοί αυτοί διαψεύδονται με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο από τις μαρτυρικές καταθέσεις και από τα γεγονότα. Όμως, αν διαβάσετε, βέβαια, μόνο το πόρισμα, αυτά τα στοιχεία δεν θα τα μάθετε ποτέ. 

Ας πάρουμε για παράδειγμα το περίφημο ζήτημα της πρωτοκόλλησης. Βασική μομφή είναι ότι δεν πρωτοκόλλησα τα στοιχεία από τη Γαλλία. Πουθενά, όμως, στο πόρισμα δεν θα διαβάσετε τα όσα σχετικά είπε ο Πρόεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο κ. Φωκίων Γεωργακόπουλος, στην κατάθεσή του, που έδωσε στην Αντιεισαγγελέα Εφετών κ. Ράικου. Θα σας τα διαβάσω, όμως, εγώ. Λέει: 
«Κατά την τεσσαρακονταετή υπηρεσία μου ως δημόσιου λειτουργού δεν υπέπεσε στην αντίληψή μου περίπτωση, κατά την οποία να καταχωρίζεται στο πρωτόκολλο οτιδήποτε άλλο πέραν των εγγράφων. Δεν υπάρχει ακόμα πρόβλεψη για την καταχώρηση στοιχείων, διοικητικών πράξεων ή πληροφοριών που ενσωματώνονται στις σύγχρονες ηλεκτρονικές τεχνικές μεθόδους, όπως είναι τα cd ή τα usb». 

Αυτή η φράση του δεν υπάρχει στο πόρισμα που έχετε στα χέρια σας. Σας έχουν αποκρύψει την άποψη του Προέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Αποφάσισαν όχι μόνο να την αγνοήσουν επί της ουσίας, αλλά και να μην τη θέσουν καν υπ’ όψιν σας για αξιολόγηση. Είναι θεσμικό ατόπημα ασύλληπτου μεγέθους. 

Το πόρισμα μιλάει για παράβαση καθήκοντος και απόκρυψη. Η απόκρυψη καταθέσεων και η μη αντικειμενική και πλήρης ενημέρωση του Κοινοβουλίου τι ακριβώς είναι; 

Καλά το cd. Μήπως, όμως, έπρεπε να πρωτοκολληθεί το συνοδευτικό έγγραφο των Γάλλων, όπως ισχυρίζεται το πόρισμα; Ποιο, όμως, έγγραφο; Αυτό που δεν έχουν πρωτοκολλήσει ούτε οι Γάλλοι; Ναι, δεν υπάρχει πρωτόκολλο στη συνοδευτική επιστολή των Γάλλων του 2010. Δεν υπάρχει! Να πρωτοκολλούσα ένα έγγραφο που δεν απευθύνεται σε μένα, γιατί δεν απευθυνόταν σε μένα και πουθενά δεν περιγράφει καν τι μας στέλνουν, το έγγραφο που γράφει μόνο: «Βρείτε συνημμένα τα αιτηθέντα στοιχεία» χωρίς να αναφέρει καν ποια είναι αυτά; 

Πουθενά δεν υπάρχουν στην επιστολή των Γάλλων οι λέξεις: «Ελβετία», «ελληνικές καταθέσεις», πόσο μάλλον «Τράπεζα HSBC». 

Αυτό είναι το έγγραφο-πεμπουσία, στο οποίο αναφέρθηκε και στη σημερινή του ομιλία ο Πρόεδρος της Επιτροπής, ο κ. Μαρκογιαννάκης. Είναι το έγγραφο που μας ζητά να χειριστούμε τα στοιχεία ως απόρρητα και όχι απλά εμπιστευτικά. 

Ψάξτε στο πόρισμα όσο θέλετε. Όλα αυτά που σας λέω δεν θα τα βρείτε. Προφανώς, δεν βόλευαν και λογοκρίθηκαν. Ναι, αλλά - ισχυρίζεται το πόρισμα - η συνοδευτική επιστολή αναφέρει ότι τα στοιχεία μας στέλνονται στο πλαίσιο της συμφωνίας Ελλάδας-Γαλλίας και της κοινοτικής οδηγίας και αυτό δήθεν αποδεικνύει ότι τα στοιχεία ήλθαν τελικά επίσημα, πανηγυρικά – είναι η ακριβής λέξη του πορίσματος - και μπορούσε να γίνει νόμιμη χρήση. Και την επιστολή αυτήν την έκρυψα.

Ούτε αυτά ισχύουν. Κατ’ αρχάς, το πόρισμα αποσιωπά πλήρως το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι πρώτος εγώ τον περασμένο Οκτώβριο είχα αναφερθεί στην κατάθεσή μου στον Οικονομικό Εισαγγελέα και στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής στην ύπαρξη επιστολής υπογεγραμμένης από αξιωματούχο του Γαλλικού Υπουργείου Οικονομικών. Αυτή ήταν η ακριβής μου έκφραση. Άρα, κάθε άλλο παρά έκρυψα την επιστολή.

Πράγματι, η επιστολή των Γάλλων αναφέρεται στη φορολογική σύμβαση μεταξύ Γαλλίας και Ελλάδας του 1963 και στην Οδηγία 77∕ 799. Όμως, όποιος διαβάσει αυτά τα δύο κείμενα αντιλαμβάνεται ότι κανένα από αυτά δεν μπορεί να αφορά τη συγκεκριμένη περίπτωση. Και δεν το έκαναν αυτό τα μέλη της Επιτροπής ή μήπως το έκαναν και επέλεξαν απλώς να μην σας πουν τι βρήκαν; 

Η διμερής σύμβαση αποφυγής διπλής φορολογίας αφορά σε πληροφορίες που έχει κάθε κράτος για συγκεκριμένα πρόσωπα, που και τα δύο κράτη έχουν την εξουσία να φορολογήσουν. Η δε Οδηγία αφορά σε πληροφορίες που έχουν κτηθεί από κράτη νομίμως και όχι από ιδιώτες που υπέκλεπταν.

Με λίγα λόγια και τα δύο κείμενα ρυθμίζουν ζητήματα ροής συγκεκριμένων πληροφοριών που ανταλλάσσουν μεταξύ τους κράτη.  Όμως, δεν νομιμοποιούν ούτε ρυθμίζουν πληροφορίες που προήλθαν από παράνομες δράσεις φυσικών προσώπων και την ανταλλαγή πληροφοριών για τραπεζικές καταθέσεις που έχουν κλαπεί από τρίτη χώρα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην προκειμένη περίπτωση την Ελβετία.

Και πώς θα ήταν δυνατόν να ρυθμίζουν κάτι τέτοιο; Πόσο δύσκολο είναι να καταλάβει κανείς ότι σε μία επιστολή των Γάλλων, χωρίς πρωτόκολλο και χωρίς περιγραφή των διαβιβαζομένων στοιχείων, η επίκληση των κειμένων αυτών της διμερούς Σύμβασης και της Οδηγίας γίνεται προκειμένου να τηρηθούν τα προσχήματα στη διαβίβαση στοιχείων που όλοι ξέρουν ότι είναι παράνομα, προκειμένου οι Γάλλοι να μας στείλουν μεν τα στοιχεία, κάνοντας το καθήκον τους προς μία χώρα που ζήτησε βοήθεια, αλλά με τρόπο που να τους εκθέτει όσο το δυνατόν λιγότερο, που να μη γίνει βούκινο; 

Γι’ αυτό, εξάλλου, ούτε πρωτοκολλούν την επιστολή τους ούτε περιγράφουν τα στοιχεία. Άρα, τα στοιχεία που ήρθαν ήταν παράνομα.

Μπορούσαν νομότυπα, νόμιμα να αξιοποιηθούν; Πολύ καλό ερώτημα. Να μην το απαντήσω εγώ. Επανέρχομαι στη κατάθεση του Προέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, του κ. Φωκίωνα Γεωργακόπουλου. Ερωτάται ο κ. Γεωργακόπουλος το εξής: «Αν σας έλεγα» - είναι η ακριβής ερώτηση που του τέθηκε - «ότι η Λίστα Λαγκάρντ αν και ήρθε στα χέρια των ελληνικών αρχών χωρίς τη συναίνεση της ελβετικής Τράπεζας, όπου είχαν κατατεθειμένα τα χρήματά τους οι Έλληνες καταθέτες, αλλά ήρθε μέσω του γαλλικού Υπουργείου Οικονομικών, θα μου λέγατε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει πρόβλημα για την αξιοποίησή της;».

 Απαντά ο Πρόεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους: «Ήδη από όσα έχω αναφέρει είναι φανερό ότι ένα προϊόν παρανόμου πράξεως, οποιαδήποτε και αν είναι η προέλευσή του, δηλαδή ακόμα και αν προέρχεται από αλλοδαπή δημόσια υπηρεσία, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως θεμέλιο νομίμων πράξεων της διοικήσεως». 

Αυτά λέει ο Πρόεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Όμως, αυτά, φυσικά, στο πόρισμα δεν θα τα διαβάσετε πουθενά. 

Ούτε, βεβαίως, θα διαβάσετε πως ο ίδιος ο Πρόεδρος της Προανακριτικής, ο κ. Μαρκογιαννάκης, παραδέχθηκε σε συνεδρίαση της Επιτροπής πως τα στοιχεία αυτά είναι παράνομα. «Αυτά είναι υποκλαπέντα» λέει στα Πρακτικά. Και όταν μέλος της Επιτροπής τον εγκαλεί και του λέει: «Κύριε Πρόεδρε, μην εκτίθεστε», συμπληρώνει: «Μα, τι είναι αυτά που λέτε; Τι δημόσια έγγραφα;». 

Ο Πρόεδρος της Προανακριτικής τα λέει αυτά. Το πρόβλημα αυτό το είχαν και άλλες χώρες. Δεν είναι περίεργο ότι στη Γαλλία το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο ακύρωσε το 2011 όλους τους φορολογικούς ελέγχους που είχαν βασιστεί στη Λίστα Φαλτσιανί, θεωρώντας ότι τα στοιχεία αυτά είναι παράνομα. 

Εγώ, παρ’ όλα αυτά, ανεξάρτητα από την αυστηρή νομική αξιολόγηση του ζητήματος, κατέβαλα προσπάθεια ώστε να αξιοποιηθούν τα στοιχεία. Η μη πρωτοκόλληση, η μη δηλαδή αναγνώριση επίσημης κατοχής από το ελληνικό κράτος, δεν σήμαινε για εμένα ότι δεν μπορούσαν να αποτελέσουν έναυσμα έρευνας. Ακριβώς αυτό έκανα, λοιπόν, δίνοντας προς έρευνα είκοσι ονόματα με τις μεγαλύτερες καταθέσεις στον Ειδικό Γραμματέα του ΣΔΟΕ κ. Καπελέρη και στη συνέχεια, όλα τα στοιχεία στο διάδοχό του κ. Διώτη.

Κατηγορήθηκα για την επιλεκτική χρήση είκοσι ονομάτων μόνο για τον αρχικό έλεγχο. Είχα πει ότι στα ονόματα αυτά αναλογούσαν οι μισές περίπου καταθέσεις της Λίστας. Επιβεβαιώθηκα και σε αυτό. Ακόμη και τα δέκα μόλις ονόματα – δέκα! - που ισχυρίζεται ο κ. Καπελέρης πως του έδωσα, από τη δικογραφία προκύπτει ότι αναλογούν σχεδόν σε ένα δισεκατομμύριο ευρώ - δέκα ονόματα! - κάτι λιγότερο από το ήμισυ των συνολικών καταθέσεων. 

Όμως, βέβαια, ούτε αυτό θα το βρείτε στο πόρισμα. 

Ισχυρίζεται ο κ. Καπελέρης ότι δεν του έδωσα ρητή εντολή ελέγχου, σαν να χρειάζεται εντολή ελέγχου για να κάνει τη δουλειά του το ΣΔΟΕ. Όμως, ακόμα και αυτές οι εντολές δόθηκαν, μάλιστα και σε σύσκεψη ενώπιον άλλων. Πώς είναι δυνατόν, όμως, όταν με τον πρώτο έλεγχο, την πρώτη έρευνα προέκυψε ότι δεν δικαιολογούνται οι συγκεκριμένες καταθέσεις, το ΣΔΟΕ να μη συνεχίσει την έρευνα;

Ο νυν Ειδικός Γραμματέας του ΣΔΟΕ κ. Στασινόπουλος καταθέτει ρητά ότι και από μόνη της η πληροφορία που έδωσα τότε έπρεπε να αποτελέσει έναυσμα ελέγχου, γιατί απλώς αυτή είναι η δουλειά του ΣΔΟΕ. 

 Ο κ. Διώτης, στον οποίο παρέδωσα όλα τα στοιχεία που είχα παραλάβει από τη Γαλλία όταν αντικατέστησε τον κ. Καπελέρη, παραδέχεται ότι του έδωσα τα στοιχεία για να γίνει έλεγχος και το λέει όχι μία φορά, αλλά επανειλημμένα. 

Του λέει μέλος της Επιτροπής σχετικά με το περίφημο USB: «Άρα, σας το έδωσε για έλεγχο ο κ. Παπακωνσταντίνου» και απαντά: «Για τι άλλο θα μου το έδινε, για ενθύμιο;». Πράγματι, για τι άλλο; 

Και γιατί δεν έγινε έλεγχος μετά τη δική μου αποχώρηση από το Υπουργείο; Και γι’ αυτό εγώ φταίω;

Πώς είναι δυνατόν, συνεπώς, να κατηγορούμαι για απιστία στο πόρισμα της Επιτροπής; 

Ζήτησα τα στοιχεία αυτά από την κ. Λαγκάρντ. Φρόντισα να έρθουν στην Ελλάδα. Έκανα συσκέψεις για τον καλύτερο δυνατό χειρισμό. Εγώ τα έδωσα για έλεγχο και κανείς άλλος, όπως αποδείχθηκε. 

Είναι εντυπωσιακό ότι στο πόρισμα δεν μου αναγνωρίζεται καν ότι εγώ ζήτησα τα στοιχεία από την κ. Λαγκάρντ, παρά το γεγονός ότι το έχει πει η ίδια σε συνέντευξη, προφανώς γιατί δεν βολεύει αυτό την εικόνα που θέλει να δημιουργήσει η Επιτροπή, γιατί, βέβαια, δεν στέκει λογικά κάποιος αρχικά να ζητάει παρόμοια στοιχεία και στη συνέχεια, όταν έρχονται στα χέρια του, να μην τα αξιοποιεί.

 Αφού θέλουμε, λοιπόν, να ισχυριστούμε ότι δεν τα αξιοποίησε, ας κάνουμε τον κόσμο να ξεχάσει ότι με δική του πρωτοβουλία ήρθαν στην Ελλάδα και έτσι ακούω συνέχεια «μας έστειλαν οι Γάλλοι» και «μας έστειλαν οι Γάλλοι». Γιατί μας τα έστειλαν οι Γάλλοι; Γιατί εγώ τα ζήτησα. 

 Ας ξεχάσουμε, επίσης και άλλες μαρτυρίες, αυτή του κ. Σπινέλλη, τέως Γενικού Γραμματέα Πληροφοριακών Συστημάτων, του κ. Νικολούδη, Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου και επικεφαλής της Αρχής για το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος - και οι δύο καταθέτουν ότι είχαν συζητήσεις μαζί μου για την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση αυτών των συγκεκριμένων πληροφοριών - ή την άλλη σύσκεψη του Ιανουαρίου του 2011 με συμμετοχή πολλών, στην οποία ζήτησα να πληροφορηθώ για τα ενδεχόμενα υπαρκτά νομικά προβλήματα της Λίστας και έδωσα εντολές ελέγχου. 

Πώς ακριβώς έκρυψα τη Λίστα; Συζητώντας και αναζητώντας το πώς θα αξιοποιηθεί; Είναι αυτό συμπεριφορά ενός Υπουργού που θέλει να κρύψει τα στοιχεία και να μην τα χρησιμοποιήσει; Και εν τέλει, βλέποντας ότι από τότε που έφυγα εγώ από το Υπουργείο έχουν περάσει δύο χρόνια και οι μόνοι στη Λίστα που έχουν ελεγχθεί είναι συγγενείς μου – οι μόνοι! - διερωτάται κανείς πού στηρίζεται ο ισχυρισμός ότι δήθεν ζημίωσα την Ελλάδα, επειδή δήθεν δεν διέταξα έλεγχο των προσώπων για τις καταθέσεις του εξωτερικού. 

Πόσα ακριβώς χρήματα έχουν εισρεύσει στα ταμεία του Δημοσίου μέχρι σήμερα; Εγώ ήμουν Υπουργός Οικονομικών με τα στοιχεία στην Ελλάδα εννέα μήνες. Άλλους τόσους μήνες ήταν Υπουργός Οικονομικών ο κ. Βενιζέλος. Άλλους οκτώ μήνες είχε τα στοιχεία στην κατοχή του, χωρίς να είναι Υπουργός Οικονομικών και έχουν περάσει άλλοι εννέα μήνες από τότε που ο κ. Βενιζέλος παρέδωσε εκ νέου το USB, που είναι ξανά στο ΣΔΟΕ. 

Πόσα χρήματα έχουν εισπραχθεί με βάση τις καταθέσεις των Ελλήνων που είναι στη Λίστα Λαγκάρντ; 

Έχει γίνει πολύς λόγος για το χαμένο CD των Γάλλων. Λυπάμαι πραγματικά που το αρχικό CD δεν έχει βρεθεί. Έχω αναλάβει την πολιτική ευθύνη γι’ αυτό και έχω ήδη πληρώσει πολύ βαρύ τίμημα. Μακάρι να είχε βρεθεί, όπως βρέθηκε και η επιστολή των Γάλλων που αποδεικνύει όσα ισχυριζόμουν. Αν σήμερα υπήρχε το CD, δεν θα άλλαζε η ουσία της υπόθεσης σε σχέση με την αλλοίωση των στοιχείων, αλλά τα περιθώρια αμφισβήτησης της δικής μου καλής πίστης θα ήταν πολύ μικρότερα. Εμένα έβλαψε ότι δεν βρέθηκε το CD. 

Ας θυμηθούμε, όμως, λίγο και την πίεση των γεγονότων της εποχής εκείνης και ειδικά των ημερών του ανασχηματισμού του Ιουνίου του 2011. 

Στο πόρισμα, όμως, εξυφαίνεται μια ολόκληρη θεωρία, ότι εξαφάνισα το CD επίτηδες και για να στηριχθεί το συμπέρασμα αυτό χρησιμοποιούνται – και το άκουσα και σήμερα - οι καταθέσεις των μελών της Γραμματείας μου, που υποτίθεται διαψεύδουν ότι τους το έδωσα για φύλαξη. 

Προσέξτε εδώ τη μεθόδευση της Επιτροπής. Αντί να ερωτηθούν τα μέλη της Γραμματείας μου αν ποτέ τους έδωσα εκείνη την εποχή ένα οποιοδήποτε CD για φύλαξη, ώστε ανάλογα να εξειδικευτεί περαιτέρω η ερώτηση «τι ήταν αυτό το CD;», ερωτώνται: «Σας έδωσε ποτέ το CD που ήρθε από τη Γαλλία με ονόματα καταθετών ο κ. Παπακωνσταντίνου;». 

Αυτή είναι η ερώτηση που τους γίνεται και η απάντηση είναι, προφανώς, «όχι», γιατί πολύ απλά δεν είπα και δεν γνώριζαν τι περιείχε το χωρίς διακριτικά – γιατί έτσι ήρθε από τη Γαλλία, χωρίς διακριτικά - CD που τους έδωσα για φύλαξη. Για άλλη μία φορά στην Επιτροπή εκμαίευσαν αυτό που ήθελαν, αλλά όχι την αλήθεια. 

Ανακεφαλαιώνω. Αυτήν τη στιγμή καλείστε να παραπέμψετε σε Ειδικό Δικαστήριο εμένα, που, όπως και να το κάνουμε, ζήτησα τα στοιχεία και εξαιτίας μου ήρθαν στην Ελλάδα, εμένα, που τα έδωσα για έλεγχο, προκάλεσα συσκέψεις, προκειμένου να αξιοποιηθούν και τα παρέδωσα στον αρμόδιο πριν την αποχώρησή μου και την ίδια στιγμή αυτός που μαζί με τον κ. Διώτη κυριολεκτικά έθαψαν τα στοιχεία για όλο το μετέπειτα χρονικό διάστημα επιβραβεύεται, γίνεται Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και Υπουργός Εξωτερικών. 

Και ξεπερνάμε το γεγονός, ακόμα και αν δεχτούμε πως πίστευε ότι κατείχε αντίγραφο και το ΣΔΟΕ συνέχιζε την έρευνα, πως σε όλους τους μήνες που ήταν Υπουργός δεν έκανε έστω μία ερώτηση για την πρόοδο των ερευνών, ούτε μία, ούτε μία σύσκεψη για το θέμα αυτό! Ave Ceasar, morituri te salutant. 

Πόσος παραλογισμός μπορεί πια να χωρέσει σε αυτήν την υπόθεση; 

Και κάτι τελευταίο εδώ στο ζήτημα αυτό για το τι είδους πρακτικές εγκαινιάζουμε στην πολιτική ζωή της χώρας. Είδα στο πόρισμα κροκοδείλια δάκρυα για τον κίνδυνο ποινικοποίησης της πολιτικής ζωής του τόπου. Μα αυτό ακριβώς δεν κινδυνεύουμε να κάνουμε εδώ; Μια πολιτική δηλαδή αντιπαράθεση για το χειρισμό της Λίστας να μετατραπεί σε ποινική δίωξη για δήθεν απιστία, μια κατηγορία, αυτή της απιστίας, που είναι προφανές ότι προστέθηκε την τελευταία στιγμή, επειδή δεν έβγαινε στην Επιτροπή η κατηγορία της αλλοίωσης και κάποιοι ανησυχούσαν ότι δεν θα μπορέσουν να μου απαγγείλουν κατηγορίες. 

Αλλά με αυτήν ανοίγετε τον ασκό του Αιόλου. Μετατρέπετε σε πολιτικό αδίκημα μία πολιτική στάθμιση χειρισμού ενός ευαίσθητου ζητήματος απόρρητων πληροφοριών. 

Σε όλη μου την πολιτική διαδρομή, αλλά και στη συγκεκριμένη περίπτωση, έπραξα ό,τι ήταν δυνατόν για να διαφυλάξω το συλλογικό και το δημόσιο συμφέρον. Κατά τη διάρκεια της εικοσάμηνης θητείας μου και σε μία εποχή πρωτοφανούς πίεσης, πήρα σωρεία πρωτοβουλιών κατά της φοροδιαφυγής, όσες δεν είχε πάρει ποτέ Υπουργός στο παρελθόν, με αποτέλεσμα να έχει σήμερα η χώρα την πιο δρακόντεια νομοθεσία κατά της φοροδιαφυγής που είχε ποτέ, νομοθεσία που πολλοί οι οποίοι κόπτονται σήμερα για τη φοροδιαφυγή τότε καταψήφισαν. 

Και δεν μπορώ παρά να το θεωρήσω ειρωνεία ότι ακόμα και αυτοί οι οποίοι υπενθυμίζουν αυτά τα νομοθετήματα δεν τολμούν να βάλουν και το όνομά μου δίπλα. Λες και τα έκανε κάποιος άλλος! 

Το πραγματικό σκάνδαλο σε αυτήν την ιστορία είναι η διαρθρωτική αδυναμία που εξακολουθεί να έχει η χώρα μας στη σύλληψη της φοροδιαφυγής, παρ’ όλες τις αλλαγές που έχουν γίνει και οι οποίες είναι πάρα πολλές. Το είδαμε και τώρα με την ανικανότητα του ΣΔΟΕ να συλλέξει έσοδα από όλες τις λίστες που κυκλοφορούν, ακόμα και από τις εγχώριες και πρόσφατες του 2009 και τις νόμιμες λίστες που έχει η Τράπεζα της Ελλάδας.

Δεν κάνει εντύπωση ότι μιλάμε εδώ και ένα χρόνο για τη Λίστα Λαγκάρντ και δεν ακούμε πολλά πράγματα για τη Λίστα της Τράπεζας της Ελλάδας; 

Το πρόβλημα αυτό δεν θα λυθεί ούτε με αναθέματα ούτε με διώξεις ούτε με κυνήγι μαγισσών και πολύ περισσότερο ούτε με εξιλαστήριο θύμα εμένα, που έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου. 

 Έρχομαι τώρα – και θα με συγχωρέσετε για το χρόνο που παίρνω - στην κατηγορία για τη νόθευση. Ερώτημα: Με ποια κοινή λογική θα αφαιρούσα εγώ τρία ονόματα συγγενικών μου προσώπων όταν, εάν τα άφηνα μέσα στη Λίστα, το πιθανότερο είναι ότι δεν θα είχαν ποτέ ελεγχθεί – το βλέπουμε - με δεδομένο και το ποσό που είχαν οι λογαριασμοί αυτοί, ήταν από τα χαμηλότερα στη Λίστα, όταν εκ των υστέρων ανακαλύπτουμε ότι το ένα από τα τρία αυτά πρόσωπα –που δεν έχει καν το δικό μου επίθετο - είχε ένα λογαριασμό με μηδενικό υπόλοιπο και μηδενικές κινήσεις; Μηδέν. 

Γιατί να αφαιρέσω έναν μηδενικό και κλειστό λογαριασμό, όταν εγώ τουλάχιστον γνώριζα πολύ καλά ότι τα αυθεντικά στοιχεία ήταν στη Γαλλία και μπορούσαν να ζητηθούν και πάλι ανά πάσα στιγμή και να διαπιστωθεί εάν είχαν αφαιρεθεί ονόματα; 

Και εάν, εν πάση περιπτώσει, ήθελα να διαπράξω παρόμοια ατιμία, είναι δυνατόν να αφαιρούσα μόνο τα τρία ονόματα των συγγενών μου σαν να επιδιώκω να αυτοενοχοποιηθώ; Δεν θα ήταν πιο λογικό να αφαιρούσα – όχι τρία, αλλά δέκα, είκοσι, εκατό ονόματα για να θολώσω τα νερά και να μην στραφούν σε εμένα οι υποψίες; 

Η ιστορία ότι εγώ αφαίρεσα τα ονόματα δεν στέκει, δεν αντέχει στην κοινή λογική. 

Ας δούμε, όμως, λίγο προσεκτικά τα στοιχεία που επικαλείται το πόρισμα και ειδικά την πραγματογνωμοσύνη της Ελληνικής Αστυνομίας. Το πρώτο και πιο βασικό στοιχείο είναι το εξής: Το USB, το οποίο συγκρίνεται με το νέο CD που ήρθε από τη Γαλλία το Δεκέμβριο του 2012 και από το οποίο προκύπτει ότι λείπουν τρία ονόματα, δεν είναι το USB που εγώ έδωσα στον κ. Διώτη. Το λέει η πραγματογνωμοσύνη. Το παραδέχεται ο κ. Διώτης. Είναι ένα άλλο USB. 

Να το ξαναπώ; Όλη η προσπάθεια ενοχοποίησής μου βασίζεται σε ένα άλλο USB και όχι σε αυτό που έδωσα εγώ. Με λίγα λόγια το πόρισμα ισχυρίζεται ότι νόθευσα ένα USB, που δεν υπάρχει και η σε βάρος μου κατηγορία διατυπώνεται με βάση ένα άλλο USB, που κατασκευάστηκε, Κύριος οίδε από ποιον και σε ποιους ακριβείς χρόνους. 

Για όνομα του Θεού! Είναι δυνατόν ποτέ να κατηγορούμε κάποιον για πλαστογραφία χωρίς να του επιδεικνύουμε το πλαστό έγγραφο; Είναι πότε δυνατόν να λέμε σε κάποιον ότι είναι πλαστογράφος, επειδή του επιδεικνύουμε ένα άλλο έγγραφο που έφτιαξε κάποιος άλλος, ισχυριζόμενος ότι είναι αντίγραφο εκείνου του εγγράφου που του παρέδωσε ο φερόμενος ως πλαστογράφος, ενώ παράλληλα αυτός που εμφανίζει το αντίγραφο, ο κ. Διώτης, ο οποίος σημειωτέον έχει αποδειχθεί ότι έκανε και άλλα αντίγραφα, διαβεβαιώνει ότι για άγνωστους και ακατανόητους λόγους ο ίδιος κατέστρεψε το έγγραφο που του έδωσε ο φερόμενος ως πλαστογράφος, ζητώντας μάλιστα βοήθεια για την καταστροφή του εγγράφου από μία συνεργάτιδά του, η οποία όμως αρνείται ότι του παρέσχε αυτήν τη αρωγή; 

Και τολμούν όλα αυτά να σας τα φέρνουν υπό την κρίση σας; Είναι σοβαρά πράγματα αυτά; Επειδή, λοιπόν, δεν υπάρχουν στοιχεία που να στηρίζουν την κατηγορία της νόθευσης εναντίον μου, το πόρισμα κάνει μία αγωνιώδη προσπάθεια να στοιχειοθετήσει ενοχή με εικασίες του είδους «είχε τη δυνατότητα και το κίνητρο, άρα το έκανε».

Για παράδειγμα, επικαλούνται ότι κάποιος χρήστης με κωδικό όνομα «Windows user» που άνοιξε διάφορα αρχεία σε συγκεκριμένες ημερομηνίες και μετά από τότε που παρέδωσα τα στοιχεία στον κ. Διώτη - θα επανέλθω - είμαι, υποτίθεται, εγώ. 

Για όσους γνωρίζουν το κωδικό «Windows user» είναι σύνηθες ανώνυμο κωδικό όνομα, που θα βρείτε σε εκατοντάδες χιλιάδες υπολογιστές. 

Τέτοια αυθαιρεσία υπάρχει στα συμπεράσματα που επανέλαβαν εδώ καλόπιστα – εγώ το δέχομαι - μία σειρά από ομιλητές, χωρίς όμως να έχουν διαβάσει την πραγματογνωμοσύνη. 

Τι άλλο λέει το πόρισμα; Ότι παρέδωσα τα στοιχεία στον κ. Διώτη τον Ιούλιο του 2011, αφότου είχα αποχωρήσει από το Υπουργείο Οικονομικών. Ποιος, όμως, επιβεβαιώνει – αντιθέτως - ότι παρέδωσε τα στοιχεία τον Ιούνιο του 2011, πριν αποχωρήσει από το Υπουργείο Οικονομικών; Ο ίδιος ο κ. Διώτης, τρεις φορές! Τον περασμένο Οκτώβριο στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας. Ο κ. Διώτης πάλι στο υπόμνημά του στον Οικονομικό Εισαγγελέα τον Οκτώβριο, αλλά και στην πρώτη του εμφάνιση ενώπιον της Προανακριτικής. 

Ξαφνικά, όταν ξανακλήθηκε να καταθέσει, στην τέταρτη κατάθεσή του άλλαξε την ημερομηνία. Από Ιούνιο την έκανε Ιούλιο. Γιατί άραγε; Να σας πω γιατί. Διότι είχε πλέον αποκαλυφθεί από την πραγματογνωμοσύνη ότι σε αντίθεση με ό,τι είχε πει πιο πριν είχαν γίνει πολλαπλά αντίγραφα του USB, είχε καταστραφεί αυτό που έδωσα εγώ και προφανώς τα στικάκια κυκλοφορούσαν ευρέως, εντός του ΣΔΟΕ και εκτός, πιθανότατα, με μεγάλες δυνατότητες αλλοίωσης από πολλά πρόσωπα, όχι απαραίτητα από τον ίδιο. 

Έτσι, προσπάθησε να περιορίσει την περίοδο της ανάμιξής του από δύο μήνες - Ιούνιο που παρέλαβε από εμένα το USB που του έδωσα έως τον Αύγουστο που παρέδωσε στον κ. Βενιζέλο ένα άλλο USB - σε δύο ημέρες. 

Εύλογη απορία: Πώς είναι δυνατόν από τα λεγόμενα του κ. Διώτη, που πιάστηκε επανειλημμένα να μην έχει πει την αλήθεια και με τόσες ανασκευές στις καταθέσεις του, να επιλέγεται από το πόρισμα η τέταρτη εκδοχή του ως η αληθινή ως προς το πότε παρέλαβε και μου έδωσε τα στοιχεία; Είναι πραγματικά εντυπωσιακό. 

Απάντηση: Διότι αυτό βόλευε το στόχο της δικής μου ενοχοποίησης και γιατί διαφορετικά θα κατέρρεε η ταύτισή μου με το κωδικό όνομα «Windows user», καθώς υπάρχουν ευρήματα με αυτό το όνομα και μετά τον Ιούνιο του 2011, που εγώ δεν είχα πλέον το USB στην κατοχή μου. 

Να το συνοψίσω: Είναι προφανές ότι η πραγματογνωμοσύνη δεν κομίζει κανένα νέο στοιχείο εναντίον μου, αλλά είναι εξίσου προφανές ότι όλη η ανάγνωση της πραγματογνωμοσύνης στο πόρισμα γίνεται με ένα και μόνο σκεπτικό: Αφού έχουμε μία ωραία θεωρία που λέει ότι ο Παπακωνσταντίνου έκανε την αλλοίωση, γιατί να αφήσουμε πραγματικά γεγονότα, που την καταρρίπτουν, να μπουν στη μέση; 

Υπάρχει όμως και ένα στοιχείο που βγάζει κυριολεκτικά μάτι και το οποίο η Επιτροπή αντιπαρήλθε με μεγάλη ευκολία. Σύμφωνα με την πραγματογνωμοσύνη, στον υπολογιστή του Ειδικού Γραμματέα του ΣΔΟΕ βρέθηκαν ίχνη τριών φακέλων με τις επωνυμίες «Greece», «Greece αντίγραφο» και «Greece final τελικό», που περιείχαν αρχεία της Λίστας. 

Τι θα πει όμως «Greece final»; Όλοι ξέρουμε ότι αρχεία με την ονομασία «final» δημιουργούν οι χρήστες όταν επεξεργάζονται κάποια αρχεία και σώζουν με αυτό τον τίτλο την τελική επιθυμητή μορφή και περιεχόμενο.

Ποιος και για ποιο λόγο ασχολήθηκε και τι είδους μεταβολές επέφερε στα αρχεία ώστε να κρατήσει το προϊόν της επεξεργασίας του σε αρχείο «Greece final»; 
Ποιος έπαιζε και άλλαζε τις λίστες στον υπολογιστή του κ. Διώτη; 

Αν όχι ο κ. Διώτης, που επανειλημμένα διαβεβαίωσε την Επιτροπή για την έλλειψη ικανότητάς του στους υπολογιστές, τότε ποιος άλλος; 

Ένα πράγμα είναι σίγουρο: όχι εγώ! Αυτό είναι ένα εξαιρετικά σοβαρό στοιχείο που παραπέμπει ευθέως σε αλλοίωση και αυταπόδεικτα όχι από εμένα και η Επιτροπή το αντιπαρέρχεται, όπως αντιπαρέρχεται και το γεγονός ότι υπάρχει και τρίτο USB με αρχεία της λίστας, που μπήκε και βγήκε από τον υπολογιστή του κ. Διώτη, μετά την ημερομηνία που αυτός ισχυρίζεται ότι παρέδωσε τα στοιχεία στον κ. Βενιζέλο.

Επειδή λοιπόν με όλα αυτά, ούτε τραβώντας τα από τα μαλλιά δεν μπορούσε να στοιχειοθετηθεί αδίκημα εκ μέρους μου, η Επιτροπή έψαξε για κίνητρο φοροδιαφυγής των συγγενών μου. Ένας σημαντικός αριθμός υπαλλήλων του ΣΔΟΕ επί έξι σχεδόν μήνες τούς έψαξε όπως δεν έχει ψαχθεί ποτέ κανένας Έλληνας φορολογούμενος στο παρελθόν. 

Δεν ξέρω αν το έχετε συνειδητοποιήσει, αλλά από τα πάνω από δύο χιλιάδες ονόματα στη λίστα, μερικά με δεκάδες, εκατοντάδες εκατομμύρια καταθέσεις, οι μόνοι που έχουν ψαχθεί μέχρι σήμερα είναι οι συγγενείς μου και μάλιστα όχι για τα χρήματα που είχαν έξω, αλλά για το περιεχόμενο των ελληνικών λογαριασμών τους και με την προσθήκη και τέταρτου συγγενούς μου που δεν ήταν καν στη αρχική λίστα. 

 Όταν άλλαζα το νόμο το 2010, ώστε να μπορεί το ΣΔΟΕ να ανοίγει τραπεζικούς λογαριασμούς και όταν διαπιστώσει αμφισβητούμενη αύξηση περιουσίας, να πρέπει ο φορολογούμενος να αποδείξει από πού αυτή προήλθε, δεν μπορούσα να φανταστώ σε τι κατάχρηση εξουσίας από το ΣΔΟΕ θα μπορούσε να οδηγήσει κάτι τέτοιο. 

Γιατί τι άλλο είναι ένας έλεγχος που πάει πίσω δεκαεπτά χρόνια όπου αθροίζεται αυθαίρετα κάθε κατάθεση σε κάθε λογαριασμό, για παράδειγμα το 1997 ακόμη και 100 ευρώ και η διαφορά που προκύπτει από το εισόδημα που δηλώθηκε αποκαλείται αποκρυβέν εισόδημα. Δίνεται στο φορολογούμενο μια προθεσμία μερικών ημερών μόνο για να ανατρέξει και να δικαιολογήσει τραπεζικές κινήσεις δεκαεπτά ετών. Όταν προσκομίζει στοιχεία, του λένε «δεν γίνεται τώρα, το κλείσαμε το πόρισμα». Αυτό ακριβώς συνέβη και το λέει η ίδια η έκθεση του ΣΔΟΕ.

Ο καθένας μας κρίνεται αυτοτελώς για τις πράξεις του. Ούτε οι συγγενείς μου μου ζήτησαν να αφαιρέσω ονόματα από τη Λίστα ούτε εγώ το έκανα. 

Αν έχει υπάρξει φοροδιαφυγή, προφανώς και πρέπει να γίνουν τα δέοντα, όταν αυτό όμως αποδειχθεί πράγματι και αυτό θα το κρίνουν τα δικαστήρια, όχι αυτοί που έσπευσαν να δημοσιοποιήσουν, με ένα σωρό ανακρίβειες, ένα προβληματικό πόρισμα του ΣΔΟΕ – το είδος του πορίσματος που αν γινόταν σε οποιονδήποτε Έλληνα φορολογούμενο δεν υπήρχε μια περίπτωση στο εκατομμύριο να μη βγάλει αποκρυβέν εισόδημα - πριν καν ολοκληρωθεί, με στόχο να επηρεαστεί η κοινή γνώμη, όχι απλώς και μόνο για να μπορέσουμε να μετατρέψουμε τις κατηγορίες εναντίον μου σε κακουργηματικές, με τους συγγενείς μου ως παράπλευρη απώλεια. 

 Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, στο θέμα της αλλοίωσης της Λίστας υπάρχει ένα βασικό και εύλογο ερώτημα. Αν όχι εγώ, ποιος, ποιος άλλος μπορούσε να το έχει κάνει και είχε και κίνητρο να το κάνει; 

Απάντηση: Πολλοί και σε πολλές διαφορετικές στιγμές της διαδρομής της Λίστας, αφότου έφυγε από τα χέρια μου, στο ΣΔΟΕ ή έξω από αυτό, με ή χωρίς πολιτική παρέμβαση. 

Από την πραγματογνωμοσύνη και από τις καταθέσεις είναι απολύτως σαφές ότι τα ονόματα μπορούν να έχουν αφαιρεθεί σε οποιαδήποτε χρονική περίοδο μέχρι τη στιγμή που το Δεκέμβριο του 2012 γίνεται σύγκριση με το νέο CD από τη Γαλλία. 

Τεχνική και επιχειρησιακή δυνατότητα είχαν πολλοί σε όλη αυτή την περίοδο, για να μην αναφερθώ και στα όσα έχει πει ο κ. Σφακιανάκης, επικεφαλής της Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος για το πώς αλλάζουν και όλες οι ημερομηνίες στα στικάκια αυτά και δεν το βρίσκει ποτέ κανένας και κανένα εγκληματολογικό εργαστήριο. Το λέει ο κ. Σφακιανάκης. 

Εν πάση περιπτώσει, να ρωτήσω κάτι; Υπάρχει πραγματικά κάποιος που να αμφιβάλει ότι υπάρχουν άνθρωποι ικανοί να στήσουν μια παρόμοια ιστορία, είτε στο ΣΔΟΕ είτε έξω από αυτό; 

Τι είναι για παράδειγμα αυτά τα ανοίγματα αρχείων της Λίστας που διαπιστώνουν οι εμπειρογνωμοσύνες, με κωδικό χρήστη του ΣΔΟΕ, στις 2 Οκτωβρίου 2012, την ημέρα παράδοσης του USB από τον κ. Βενιζέλο, ενώ ο Ειδικός Γραμματέας του ΣΔΟΕ κ. Στασινόπουλος – τη μαρτυρία του οποίου δεν έχω κανένα λόγο να αμφισβητήσω - διαβεβαιώνει ότι δεν άνοιξε ο ίδιος τη Λίστα;

Είναι πραγματικά απορίας άξιο γιατί ζητήματα σαν αυτά δεν απασχόλησαν την Προανακριτική. Η Προανακριτική δεν έψαξε ποιος άλλος να μπορούσε να είχε κάνει την αλλοίωση, γιατί είχε καταλήξει από την αρχή. 

Κανείς δεν αναρωτήθηκε πώς και γιατί ξεκίνησαν από το πουθενά τα πρώτα δημοσιεύματα για τη Λίστα Λαγκάρντ το Σεπτέμβριο του 2012; 

Γιατί ξαφνικά ξεκίνησε μια συζήτηση περί αλλοίωσης και της ανάγκης να ξαναζητήσουμε τα στοιχεία από τη Γαλλία; 

Πώς και μας ήρθε ξαφνικά να αναρωτιόμαστε πολύ νωρίς αν η Λίστα είναι αλλοιωμένη;

Γιατί ακριβώς εκείνη τη στιγμή κάποιος φροντίζει να δοθεί στο δημοσιογράφο κ. Βαξεβάνη μια λίστα από την οποία λείπουν τα τρία επίμαχα ονόματα, ώστε να δημοσιευθεί, μια λίστα που συνοδεύεται από μια ανώνυμη επιστολή, την οποία ο δημοσιογράφος κατέθεσε στην Προανακριτική. 

Η επιστολή αυτή λέει μεταξύ άλλων: «Η επονομαζόμενη Λίστα Λαγκάρντ περιήλθε στα χέρια μου από πολιτικά πρόσωπα. Ήδη κυκλοφορούν διάφορες πειραγμένες λίστες με ονόματα ανθρώπων πολιτικών, επιχειρηματιών ή απλώς εύπορων Ελλήνων, με σκοπό την σπίλωσή τους, την πρόκληση εντυπώσεων, αλλά και την πολιτική αποσταθεροποίηση». 

Αυτά λέει η επιστολή που κατέθεσε ο κ. Βαξεβάνης. Και το κίνητρο; Το κίνητρο που είχαν άλλοι για την αφαίρεση ονομάτων; Δεν μπορώ να το ξέρω με βεβαιότητα και δεν συνηθίζω να εκτοξεύω κατηγορίες χωρίς να μπορώ να τις στοιχειοθετήσω, αυτό δηλαδή που έκαναν τόσοι πολλοί εναντίον μου τους τελευταίους μήνες. Και μόνο από τη λυσσαλέα, σε επίπεδο εμμονής, επίθεση εναντίον μου από ορισμένα Μέσα είναι απολύτως προφανές ότι ενόχλησα πολλούς επιχειρηματικά και πολιτικά και πολλοί θα ήθελαν την πολιτική μου εξόντωση, όπως είμαι σίγουρος ότι ενόχλησα μηχανισμούς και παραμάγαζα στο ΣΔΟΕ, την ησυχία των οποίων τάραξα. 

Και δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι η αλλοίωση ήρθε ως μάννα εξ ουρανού σε μια πολύ σημαντική στιγμή, όταν αλλού επικεντρωνόταν η κύρια κριτική για το χειρισμό της λίστας, δίνοντας έτσι μια εξαιρετική διέξοδο με τη συγκρότηση σε χρόνο μηδέν - ανοίγοντας τη Βουλή μέσα στα Χριστούγεννα - μιας προανακριτικής για τη διερεύνηση αποκλειστικά και μόνο δικών μου ευθυνών, κανενός άλλου. 

Να ξεκαθαρίσουμε λοιπόν γιατί ακριβώς σας ζητούν να με παραπέμψετε στο Ειδικό Δικαστήριο; Μήπως επειδή δεν πρωτοκόλλησα ένα ηλεκτρονικό αρχείο, με παράνομα στοιχεία από το εξωτερικό; Ή μήπως δήθεν δεν ζήτησα να ερευνηθεί η λίστα από το ΣΔΟΕ; Το έκανα. Το ΣΔΟΕ σταμάτησε να ερευνά όταν έπαψα να είμαι Υπουργός. Ή μήπως επειδή από το USB που ο κ. Βενιζέλος παρέδωσε στο Μέγαρο Μαξίμου – να το ξαναπώ, όχι αυτό που παρέδωσα εγώ - λείπουν τρία ονόματα συγγενών μου; Αυτή είναι η ουσία της υπόθεσης εναντίον μου; 

Ε, όχι, κυρίες και κύριοι Βουλευτές, δεν είναι στην πραγματικότητα ο λόγος που είμαι εδώ σήμερα. Δεν πληρώνω λάθος χειρισμούς για CD και για στικάκια. Αρκετά πια με την υποκρισία! Στοχοποιούμαι για έναν πολύ απλό λόγο. Γιατί υπήρξα ο Υπουργός Οικονομικών που έβαλε τη χώρα στο μνημόνιο, το μνημόνιο το οποίο πολλοί εμίσησαν, αλλά σήμερα το υπηρετούν. 

Και απαντώντας σε έναν Κοινοβουλευτικό Εκπρόσωπο – εγώ απαντώ και επί της ουσίας πριν πάω στα πολιτικά επιχειρήματα - θα πω ότι πριν τρία χρόνια κάποιοι πήραμε την ευθύνη να κρατήσουμε τη χώρα όρθια, χωρίς να υπολογίσουμε το όποιο πολιτικό και προσωπικό κόστος και σήμερα τρία χρόνια μετά, σήμερα που βρισκόμαστε δύο μνημόνια μετά και λαμβάνονται και άλλα μέτρα, βολεύει πολύ κάποιος να πληρώσει για το πρώτο μνημόνιο. 

Γιατί ορισμένοι θεωρούν ότι αν προσφέρουν στην κοινωνία το θέαμα μιας ανθρωποθυσίας – το ακούσαμε και με ακραίο τρόπο - θα ανακουφιστεί η πίεση σε αυτούς για όλα όσα οι πολίτες υφίστανται, θα έχει βρεθεί ο αποδιοπομπαίος τράγος από την Κυβέρνηση Παπανδρέου, για να επικεντρωθεί εκεί το ανάθεμα για όλα τα δεινά του κόσμου, να μην ασχοληθούμε με τους πριν, να μην ασχοληθούμε με τους μετά. 

Το ίδιο κάνουν συνειδητά και στοχευμένα και πολλά Μέσα Ενημέρωσης, όπως «Το Πρώτο Θέμα», του υπόδικου για φοροδιαφυγή και ξέπλυμα βρώμικου χρήματος εκδότη, που έφτασε σε σημείο να δημοσιεύει το περιεχόμενο του πορίσματος της Προανακριτικής με τον τίτλο «Ισόβια στον Παπακωνσταντίνου», προτού καν αυτό ανακοινωθεί επίσημα.

 Και μου κάνει κατάπληξη να ακούω το ΣΥΡΙΖΑ να αυτοανακηρύσσεται ως υπερασπιστής του συγκεκριμένου ανθρώπου. Ξέρω πολύ καλά ότι η Λίστα είναι το ιδανικό σύμβολο. Σε μια εποχή που κόβουμε μισθούς και συντάξεις, είναι πάρα πολύ εύκολο το να λέει κανένας «αρκεί να παίρνατε τα λεφτά από τη Λίστα». Μακάρι να ήταν τόσο απλό.

Όμως, όλη αυτή η εναντίον μου λυσσαλέα προσπάθεια έχει κοντά ποδάρια. Ο κόσμος ξέρει πολύ καλά ποιοι είναι λαμόγια και ποιοι δεν είναι. Και είναι σε όλους σας γνωστό ότι εγώ από την πολιτική δεν έχω κάνει περιουσία. Σήμερα έχω μόνο χρέη. Ούτε off-shore είχα ή έχω ούτε λογαριασμούς στην Ελβετία. 

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, αυτή είναι χωρίς αμφιβολία η τελευταία μου τοποθέτηση από αυτό εδώ το Βήμα και πριν τη σημερινή συζήτηση πολλοί μου είπαν: «Δεν έχει καμία σημασία τι θα πεις στη Βουλή. Το έχουν αποφασίσει να σε παραπέμψουν. Άδικα τα λόγια σου».

Εγώ δεν θέλω να το πιστέψω αυτό. Δεν θέλω να πιστέψω ότι σε παρόμοια ζητήματα που κρίνεται το μέλλον και η ελευθερία ενός ανθρώπου, το μικροπολιτικό συμφέρον υπερισχύει της προσωπικής αντίληψης του κάθε Βουλευτή για τα πραγματικά γεγονότα και την αίσθηση του δικαίου. 

Σήμερα δεν κάνουμε μια πολιτική αντιπαράθεση. Αποφασίζετε αν θα στείλετε κάποιον στο Ειδικό Δικαστήριο. Με πολλούς από εσάς έχουμε βρεθεί απέναντι σε πολλά πράγματα τα τελευταία χρόνια. Συγκρουστήκαμε, διαφωνήσαμε, ανταλλάξαμε σκληρά λόγια. Δεν αμφιβάλλω ότι καθένας από την πλευρά του προσπαθούσε να κάνει το σωστό, όπως το αντιλαμβανόταν. 

Ελπίζω σήμερα να αντιλαμβάνονται οι περισσότεροι ότι η τότε κυβέρνηση που υπηρέτησα δεν είχε σε όλα άδικο, γιατί πολλοί από εσάς βρεθήκατε και βρίσκεστε σήμερα στην ίδια δύσκολη θέση, στα ίδια ηθικά και υπαρξιακά διλήμματα που βρεθήκαμε εμείς, τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ, εκείνο το διάστημα.

 Για όλα τα δεινά της χώρας δεν φταίω εγώ. 
Δεν είναι μόνο ότι είναι άδικο να γίνεται προσπάθεια να ξεπλυθούν τα αμαρτήματα πολλών κυβερνήσεων και των δύο κομμάτων στην πλάτη μου. Είναι κάτι παραπάνω. Είναι ανέντιμο. 

Δεν επικαλούμαι τη διαδρομή, την οποία έχουμε κάνει με πολλούς Βουλευτές σε αυτή την Αίθουσα, με τους οποίους ήμασταν κάποτε στον ίδιο πολιτικό χώρο, έναν πολιτικό χώρο που τόσο άγαρμπα βιάστηκε να με αποκηρύξει, όταν είχε αργήσει σε πολλές άλλες περιπτώσεις, όλα όσα έχουμε περάσει για να φτάσει η χώρα εδώ. Επικαλούμαι, όμως, το γεγονός ότι με ξέρετε και ότι αντιλαμβάνεστε σίγουρα πως εδώ έχουμε μία εξόφθαλμη προσπάθεια κατασκευής ενοχής χωρίς στοιχεία, απλά και μόνο γιατί βολεύει κάποιους πολιτικά.

Απευθύνομαι στους Βουλευτές των κομμάτων της Αριστεράς, όλων των κομμάτων, όλων των αποχρώσεων και τους ρωτώ: 
Από πότε η Αριστερά συνυπογράφει σε μία πρωτοφανή προσπάθεια εύρεσης εξιλαστήριου θύματος για όλα τα δεινά της χώρας, σε μία προφανώς στημένη ιστορία; 
Από πότε εγκατέλειψε η Αριστερά το σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα; 
Από πότε σύρεται πίσω από εξόφθαλμες μικροπολιτικές, μικροκομματικές, κυβερνητικές σκοπιμότητες; 

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, το μόνο που ζητώ είναι να πάρετε τις αποφάσεις σας με βάση τα πραγματικά στοιχεία και την αίσθηση του δικαίου. 

Ευχαριστώ που με ακούσατε.

*******

ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Χρήστος Μαρκογιαννάκης): Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, έχω την τιμή να ανακοινώσω στο Σώμα το αποτέλεσμα της διεξαχθείσης μυστικής ψηφοφορίας. 
Ψήφισαν συνολικά 283 Βουλευτές. 
Ευρέθησαν στην ψηφοδόχο 283 ψηφοδέλτια. 
Έγκυρα: 269. Άκυρα: 9. Λευκά: 5.

Για κάθε καταγγελλόμενη πράξη το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας έχει ως εξής: 

Υπέρ της αξιόποινης πράξης της νόθευσης (άρθρο 242 παράγραφοι 1, 2, 3 ΠΚ), δηλαδή «ΝΑΙ», ψήφισαν 166 Βουλευτές. 
Κατά της αξιόποινης πράξης της νόθευσης (άρθρο 242 παράγραφοι 1, 2, 3 ΠΚ), δηλαδή «ΟΧΙ», ψήφισαν 34 Βουλευτές. 
Ψήφισαν «ΠΑΡΩΝ» 67 Βουλευτές. 

Υπέρ της αξιόποινης πράξης της απιστίας σχετικά με την υπηρεσία (άρθρο 256 ΠΚ), δηλαδή «ΝΑΙ», ψήφισαν 206 Βουλευτές.
Κατά της αξιόποινης πράξης της απιστίας σχετικά με την υπηρεσία (άρθρο 256 ΠΚ), δηλαδή «ΟΧΙ», ψήφισαν 42 Βουλευτές. 
Ψήφισαν «ΠΑΡΩΝ» 18 Βουλευτές. 

Υπέρ της αξιόποινης πράξης της παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 ΠΚ), δηλαδή «ΝΑΙ», ψήφισαν 220 Βουλευτές. 
Κατά της αξιόποινης πράξης της παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 ΠΚ), δηλαδή «ΟΧΙ», ψήφισαν 35 Βουλευτές. 
Ψήφισαν «ΠΑΡΩΝ» 11 Βουλευτές.

Κατόπιν του αποτελέσματος της διεξαχθείσης μυστικής ψηφοφορίας (...)  η Βουλή, (...) αποφάσισε την άσκηση ποινικής δίωξης κατά του πρώην Υπουργού κ. Γεωργίου Παπακωνσταντίνου για τις αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές περιγράφονται στο ως άνω πόρισμα, το οποίο καταχωρίστηκε στα Πρακτικά της Ολομέλειας της Βουλής της συνεδρίασης της 4ης Ιουλίου 2013 και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης αυτής, καθώς και των Πρακτικών της σημερινής συνεδρίασης. 

********
Στο βαθμό που ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου έχει πέσει θύμα σκευωρίας στο θέμα της παραποίησης στοιχείων της λίστας Λαγκάρντ, οι σκευωροί αργά ή γρήγορα θα αποκαλυφθούν και θα πληρώσουν.
Διότι, "Έστιν Δίκης Οφθαλμός, ος τα πανθ' ορά." 

Εκτός κι αν με πρόσχημα τη λίστα ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου τιμωρείται για τα χαλκευμένα(;) στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και την υπαγωγή των Ελλήνων στα δολοφονικά μνημόνια...