ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

Δεν υπάρχει πρόοδος χωρίς σύγκρουση. Συνειδητά ή ασυνείδητα, άτομα και έθνη εμπλέκονται στον αέναο πνευματικό αγώνα της Συμπαντικής Εξέλιξης, έναν αγώνα για την επικράτηση της Αλήθειας κατά του ψέματος, της Δικαιοσύνης κατά της αδικίας, της Αγάπης κατά του μίσους - αγώνα που αντανακλάται στο υλικό πεδίο προκαλώντας, δυστυχώς, πολύ ανθρώπινο πόνο… Θέτοντας κανείς τον εαυτό του στην υπηρεσία της Αλήθειας υπηρετεί το ύψιστο συλλογικό συμφέρον.

**Η Αλήθεια υπάρχει, το ψέμα πρέπει να εφευρεθεί.
**"Θα γνωρίσετε την Αλήθεια και η Αλήθεια θα σας ελευθερώσει" Βίβλος
**"Η μεγαλύτερη απώλεια στον κόσμο είναι η διαφορά μεταξύ αυτού που είμαστε κι αυτού που θα μπορούσαμε να γίνουμε."
**"Όταν οι φιλόσοφοι βασιλέψουν και οι βασιλιάδες φιλοσοφήσουν, μόνο τότε θα ευτυχήσουν οι λαοί." Πλάτων
**"Η αξία του ανθρώπου καθορίζεται από το σκαλοπάτι της κλίμακας της αγάπης πάνω στο οποίο στέκεται." Τορκόμ Σαραϊνταριάν

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015

Ομιλία Αλέξη Τσίπρα κατά την ανάγνωση των προγραμματικών δηλώσεων

Βουλή, 05/10/2015- Αλέξης Τσίπρας: Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι Βουλευτές,
η αποκατάσταση της οικονομικής σταθερότητας, η ανάκαμψη της οικονομίας και η επιστροφή στην ανάπτυξη, η ουσιαστική ελάφρυνση του δημόσιου χρέους, η ριζική μεταρρύθμιση της Δημόσιας Διοίκησης με ταυτόχρονη πάταξη της διαφθοράς και της γραφειοκρατίας, είναι οι άμεσοι στόχοι της Κυβέρνησής μας, η υλοποίηση των οποίων αποτελεί τον μόνο ασφαλή δρόμο για την έξοδο της χώρας από την πολυετή επιτροπεία και τα μνημόνια.
Αναλαμβάνουμε εκ νέου τη διακυβέρνηση της χώρας, με στόχο να δουλέψουμε σκληρά, να σφίξουμε τα δόντια, να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες και στο τέλος της τετραετίας να έχουμε δημιουργήσει τις απαραίτητες εκείνες προϋποθέσεις για μια νέα Ελλάδα, μια Ελλάδα που θα έχει αφήσει πίσω της την κρίση και τα μνημόνια, μια Ελλάδα που θα έχει απαλλαγεί οριστικά από την επιτροπεία των δανειστών, θα έχει επιστρέψει στην ανάπτυξη, μια ανάπτυξη με κοινωνικό όμως πρόσημο, μια Ελλάδα που θα μπορεί να κρατάει τους νέους να ζήσουν και να προκόψουν εδώ στην πατρίδα μας, μια Ελλάδα που θα έχει αποκαταστήσει το διεθνές της κύρος και θα είναι ξανά ισχυρός και ισότιμος εταίρος στην Ενωμένη Ευρώπη, μια Ελλάδα που θα παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στις διεθνείς εξελίξεις ως ένας πυλώνας σταθερότητας και ασφάλειας μέσα σε έναν κόσμο ταραγμένο που μαστίζεται από διαρκείς κρίσεις.
Και αυτός ο στόχος, αυτό το όραμα παρά τις δυσκολίες είναι στόχος εφικτός, είναι όραμα εφικτό να το καταφέρουμε σε αυτή την κοινοβουλευτική περίοδο. Αυτή η Βουλή -ας έχετε κατά νου- θα είναι αυτή που θα σφραγίσει κατά τη διάρκεια της τετραετούς θητείας της την οριστική έξοδο από την κρίση.
Νομίζω, βέβαια -όπως όλοι σας- ότι ο δρόμος αυτός δεν θα είναι εύκολος. Η νέα περίοδος στην οποία εισήλθε η χώρα μετά τη διαπραγμάτευση, μετά τη Συμφωνία και τις εκλογές θα είναι μια δύσκολη αλλά ταυτόχρονα θα είναι και μια ελπιδοφόρα πολιτική περίοδος, μια πολιτική περίοδος γεμάτη προκλήσεις για την ελληνική οικονομία, για την ελληνική κοινωνία και φυσικά για το πολιτικό σύστημα.
Ο ελληνικός λαός με την ετυμηγορία του μας έδωσε εντολή σταθερότητας, μια ισχυρή εντολή για κυβέρνηση τετραετίας μετά τη δύσκολη περίοδο της διαπραγμάτευσης. Μέσα σε αυτή την τετραετία έχουμε την ξεκάθαρη εντολή, πέραν της εφαρμογής των συμφωνηθέντων προκειμένου να ξεφύγουμε μια ώρα αρχύτερα από την βάσανο της επιτροπείας, να ξεκινήσουμε και μια μεγάλη πορεία τομών, ρήξεων και μεταρρυθμίσεων προκειμένου να αλλάξουμε ριζικά την Ελλάδα, να αποκαταστήσουμε αδικίες, να ξεριζώσουμε ριζωμένες αντιλήψεις στο κράτος και την κοινωνία, να κινητοποιήσουμε τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία σε μια κατεύθυνση δημοκρατικής και παραγωγικής αναγέννησης της χώρας μας μετά από την προηγούμενη καταστροφική πενταετία.
Τα πρώτα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, βέβαια, έχουν ήδη γίνει από την προηγούμενη περίοδο, την σκληρή περίοδο, την περίοδο της διαπραγμάτευσης και αποτυπώθηκαν στη νέα Συμφωνία με τους δανειστές. Διότι, αν και η Συμφωνία αυτή αναμφισβήτητα, αναμφίβολα περιλαμβάνει δύσκολα σημεία, εγγράφει εντούτοις ταυτόχρονα και την αντίσταση του ελληνικού λαού και της ελληνικής Κυβέρνησης.
Ταυτόχρονα εγγράφει μια άλλη αντίληψη για την πορεία που πρέπει να ακολουθήσει η ελληνική οικονομία, ώστε να βγει από το τέλμα της ύφεσης και τον φαύλο κύκλο της υπερχρέωσης. Σε αυτήν τη νέα φάση είμαστε, λοιπόν, αποφασισμένοι να συνεχίσουμε στην ίδια κατεύθυνση εξυπηρέτησης των συμφερόντων της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας με διαφορετικές πλέον προτεραιότητες.
Σήμερα έχουμε καταφέρει να εξασφαλίσουμε ένα σχετικά σταθερό δημοσιονομικό και χρηματοδοτικό πλαίσιο μέχρι το 2019. Έχουμε καταφέρει να διασφαλίσουμε την οικονομική σταθερότητα της χώρας και να κλείσουμε οριστικά τη συζήτηση για το GREXIT.
Με αυτές τις επιτυχίες ως παρακαταθήκη δεν μπορούμε πλέον να έχουμε άλλο στόχο από το να αξιοποιήσουμε αυτή τη σταθερότητα για να προχωρήσουμε στις ριζικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη η χώρα και ο ελληνικός λαός. Διότι για μας σταθερότητα δεν σημαίνει στασιμότητα, δεν σημαίνει αναπαραγωγή κατεστημένων εξουσιών. Άλλο είναι το πρόσημο που εμείς επιδιώκουμε να δώσουμε στην έννοια της σταθερότητας. Θέλουμε η σταθερότητα να διασφαλίζει τους όρους για να πραγματοποιήσουμε τις μεγάλες προοδευτικές και ριζοσπαστικές τομές που έχει ανάγκη ο τόπος. Κι αυτό ακριβώς είμαστε αποφασισμένοι να κάνουμε.
Γνωρίζουμε, βεβαίως, ότι σε αυτήν την προσπάθεια, ισχυρή αντιπολίτευση θα είναι το ολιγαρχικό καθεστώς, οι δυνάμεις της οικονομικής και κρατικής εξουσίας που ευθύνονται για τη σημερινή κατάσταση της χώρας, οι δυνάμεις του παλιού και χρεοκοπημένου καθεστώτος που θα κάνουν τα πάντα, ώστε σε αυτόν τον τόπο να μην αλλάξει τίποτα.
Με αυτές τις δυνάμεις είμαστε αποφασισμένοι να συγκρουστούμε και θα συγκρουστούμε. Θα συγκρουστούμε σκληρά με συναίσθηση της μεγάλης ευθύνης που αναλαμβάνουμε, της ευθύνης να αποκαταστήσουμε την κοινωνική δικαιοσύνη και την αξιοπρέπεια του ελληνικού λαού, να εργαστούμε για μια κοινωνία ισότητας και ευημερίας.
Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, η νέα Συμφωνία με τους δανειστές θέτει αναμφίβολα ένα ευνοϊκότερο δημοσιονομικό πλαίσιο με μειωμένους στόχους για πλεονάσματα τα επόμενα τρία χρόνια, εξασφαλίζοντας δημοσιονομικό χώρο τουλάχιστον είκοσι δισεκατομμυρίων ευρώ σε σχέση με αυτά που ήμασταν υποχρεωμένοι να τηρήσουμε με βάση τις προηγούμενες συμφωνίες, δίνοντας έτσι μία ανάσα αλλά και περιθώριο για τη χρησιμοποίηση πόρων προς όφελος της ανάπτυξης.
Έχει, όμως, τεράστια σημασία, όταν μιλάμε για ανάπτυξη, να ξεκαθαρίσουμε για τι ακριβώς μιλάμε, για ποια ανάπτυξη μιλάμε. Είναι άραγε ίδια η ανάπτυξη την οποία επαγγελλόμαστε εμείς, επαγγέλλονται οι προοδευτικές δυνάμεις στην Ευρώπη με αυτήν που επαγγέλλεται η Αξιωματική Αντιπολίτευση στον τόπο μας, αλλά και οι υπόλοιπες συντηρητικές δυνάμεις στην Ευρώπη; Εννοούμε το ίδιο πράγμα; Δεν εννοούμε το ίδιο πράγμα.
Ο δικός μας στόχος είναι να ανοίξουμε τον δρόμο για ένα νέο οικονομικό παραγωγικό μοντέλο που θα αντιστρέφει την πορεία των εξελίξεων των τελευταίων δεκαετιών και ειδικά της τελευταίας πενταετίας. Ο δικός μας στόχος είναι να βαδίσουμε ένα δρόμο διαφορετικό από αυτόν που προτείνουν οι συντηρητικοί κύκλοι της ελληνικής και ευρωπαϊκής ελίτ.
Οι βασικές συντεταγμένες του νεοφιλελεύθερου σχεδίου για τη διαχείριση της κρίσης, που στην Ελλάδα βρήκε την πιο ακραία εφαρμογή του, ήταν να υποστηριχθεί και να επιταχυνθεί η αυθόρμητη κίνηση της οικονομίας, όταν βρίσκεται σε κρίση. Στόχος του σχεδίου αυτού ήταν το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας να πληρωθεί με μειώσεις μισθών, απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, δηλαδή εκκαθάριση και κλείσιμο των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και ουσιαστικά ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, ώστε να δημιουργηθούν οι όροι για ένα νέο κύκλο συσσώρευσης με υψηλή κερδοφορία για τις επιχειρήσεις.
Το νεοφιλελεύθερο αυτό σχέδιο, όπως ήταν άλλωστε αναμενόμενο, οδήγησε σε μεγάλες οικονομικές αναταράξεις αλλά κυρίως σε μεγάλες κοινωνικές αδικίες, διευρύνοντας τις ανισότητες και βυθίζοντας στην απελπισία μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας.
Και όπως ήταν αναμενόμενο, το σχέδιο αυτό απέτυχε παταγωδώς. Συρρίκνωσε την οικονομία σχεδόν κατά 25% του ΑΕΠ. Εκτόξευσε την ανεργία και προκάλεσε αλυσιδωτές κοινωνικές αντιδράσεις. Διότι μικρότερα εισοδήματα και υψηλή ανεργία σημαίνουν περιορισμό της ζήτησης, μείωση της φορολογικής ύλης, κατάρρευση των ασφαλιστικών ταμείων και δημιουργία μιας στρατιάς οφειλετών στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα που δεν έχουν τη δυνατότητα να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.
Απέναντι, λοιπόν, στην αποτυχημένη νεοφιλελεύθερη συνταγή, που θέλει να θεμελιώσει την οικονομική ανάπτυξη πάνω σε κοινωνικά ερείπια, εμείς εισηγούμαστε ένα άλλο μοντέλο που βάζει την κοινωνική συνοχή, τους ανθρώπους και τις ανάγκες των πολλών πάνω από τα κέρδη των λίγων.
Εισηγούμαστε να μπει η πολιτική στο τιμόνι, ώστε να αμβλυνθούν οι συνέπειες της αυθόρμητης καταστροφικής κίνησης της οικονομίας και να μπουν οι βάσεις για ένα νέο οικονομικό και παραγωγικό μοντέλο, ένα νέο οικονομικό και παραγωγικό μοντέλου που θα στηρίζεται, αφενός, στην ενίσχυση και την προστασία του μισθού και της εργασίας με ταυτόχρονη αναδιανομή των φορολογικών βαρών, ώστε να στηριχθεί η ενεργός ζήτηση και αφετέρου θα στηρίζεται στην ενίσχυση της τεχνολογίας, της καινοτομίας, στην αξιοποίηση του υψηλών προσόντων ανθρώπινου δυναμικού της πατρίδας μας και στη βαθιά αλλαγή των διαδικασιών της δημόσιας διοίκησης, ώστε να στηριχθεί η ανταγωνιστικότητα και άρα η εξωστρέφεια της ελληνικής οικονομίας.
Αυτός είναι ο μοναδικός δρόμος για να δημιουργηθεί ένα βιώσιμο κοινωνικό, αλλά και επενδυτικό περιβάλλον, για να προσελκύσουμε ιδιωτικές επενδύσεις, χωρίς ταυτόχρονα, όμως, να καταδικαστούν τα μισθωτά στρώματα σε μακροχρόνια φτώχεια και εξάντληση. Και είναι, κατά την άποψή μας, ένας δρόμος εφικτός. Δεν είναι, όμως, ένας δρόμος χωρίς εμπόδια. Δεν είναι ένας δρόμος ευκολοδιάβατος.
Για να μπορέσουμε να κάνουμε τα πρώτα βήματα και να εκκινήσουμε την προσπάθεια των μεγάλων αλλαγών, πρέπει να διασφαλιστεί η εμπιστοσύνη στην ελληνική οικονομία. Και εμπιστοσύνη σημαίνει τακτοποιημένα δημόσια οικονομικά αλλά και ισχυρό πιστωτικό σύστημα, ώστε να αποκατασταθεί η ρευστότητα της οικονομίας, τόσο μέσω της ανάκτησης της πρόσβασης στις αγορές δανεισμού όσο όμως και μέσω της ιδιωτικής χρηματοδότησης παραγωγικών και αναπτυξιακών επενδύσεων.
Η υλοποίηση αυτών των στόχων απαιτεί στρατηγικό σχέδιο και συντονισμένες ενέργειες. Η υλοποίηση της Συμφωνίας είναι μεν αναγκαία συνθήκη, αλλά από μόνη της δεν είναι και ικανή. Χρειάζεται ένα πλέγμα παράλληλων ενεργειών με χρονικό ορίζοντα ως το πρώτο εξάμηνο του 2017, τους επόμενους δηλαδή είκοσι κρίσιμους μήνες. Στόχος είναι έως τότε να έχει αποκατασταθεί η ρευστότητα και να έχει ανακτηθεί η πρόσβαση στις αγορές, ώστε να μπορούμε με ασφάλεια να σχεδιάζουμε την παραγωγική ανασυγκρότηση και τη σταδιακή αποκατάσταση της κοινωνικής συνοχής, έχοντας επενδύσει σε μια σταδιακή, αλλά σταθερή αναπτυξιακή ροπή της ελληνικής οικονομίας.
Για να πετύχουμε τον στόχο αυτό, είμαστε αναγκασμένοι να προχωρήσουμε χωρίς χρονοτριβή στην πρώτη αξιολόγηση του προγράμματος, παρότι γνωρίζουμε ότι το πρόγραμμα περιέχει δύσκολα και ορισμένες φορές -ας μην το κρύψουμε- και επιβαρυντικά μέτρα. Ωστόσο γνωρίζουμε, επίσης, ότι η επιτυχής ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης είναι το κλειδί που θα ανοίξει την πόρτα της αναγκαίας απομείωσης του χρέους αλλά και της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, διασφαλίζοντας πλήρως τις καταθέσεις, αλλά ταυτόχρονα και εξυγιαίνοντας το πιστωτικό σύστημα από τα λεγόμενα «κόκκινα», δηλαδή τα μη εξυπηρετούμενα, δάνεια.
Η επιτυχής έκβαση αυτών των δύο κρίσιμων διαδικασιών, που προβλέπονται στη συμφωνία, δηλαδή η απόφαση για την ελάφρυνση του χρέους και την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών έως το τέλος του έτους, είναι ίσως ο πιο κρίσιμος κάβος για την αρχή της ανάκαμψης.
Στο βαθμό, βέβαια, που θα έχουμε τα επιθυμητά αποτελέσματα, το πρώτο εξάμηνο του επόμενου έτους, το πρώτο εξάμηνο του 2016, θα είναι το εξάμηνο της επιστροφής της οικονομίας σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Από εκεί και πέρα, θα έχουμε τις προϋποθέσεις, για να προχωρήσουμε στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που θα δημιουργήσουν ένα περιβάλλον ελκτικό για ιδιωτικές επενδύσεις με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, που με τη σειρά της θα επαναφέρει την εμπιστοσύνη των αγορών, γεγονός που θα σημάνει τη δυνατότητα της χώρας να βγει από το καθεστώς της επιτροπείας και του δανεισμού.
Όλα αυτά, βέβαια –και εδώ είναι για εμάς το μεγάλο στοίχημα- προστατεύοντας την ήδη εύθραυστη κοινωνική συνοχή, προστατεύοντας και αποκαθιστώντας τις εργασιακές σχέσεις, προστατεύοντας το φυσικό περιβάλλον, που αποτελεί ανεκτίμητο πλούτο της πατρίδας μας, προστατεύοντας τον δημόσιο πλούτο υπό την έννοια της μη εκποίησης, αλλά της αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας.
Για την υλοποίηση, λοιπόν, του παραπάνω οδικού χάρτη με ορίζοντα, όπως είπα, τους επόμενους κρίσιμους είκοσι μήνες, έχουμε μετά την ταχύτατη και επιτυχή ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης τρεις άμεσες προτεραιότητες: την απομείωση του χρέους, την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και τη δημιουργία ευνοϊκού περιβάλλοντος για την προσέλκυση ξένων ιδιωτικών επενδύσεων.
Επιτρέψτε μου να πω δυο λόγια παραπάνω γι’ αυτές τις προτεραιότητες. Η απομείωση του χρέους είναι ζήτημα κεφαλαιώδους σημασίας, καθώς έχουμε μεν εξασφαλίσει τη βραχυμεσοπρόθεσμη κάλυψη των χρηματοδοτικών μας αναγκών. Όμως, το προφίλ του ελληνικού χρέους μετά το 2022 δεν εμπνέει ακόμη επενδυτική εμπιστοσύνη και, άρα, έτσι υπονομεύονται οι δυνατότητες για προσέλκυση στρατηγικών επενδυτών στη χώρα μας. Η ελληνική πλευρά θα προσέλθει στη συζήτηση αυτή με συγκεκριμένη στρατηγική, με συγκεκριμένες και σαφείς προτάσεις.
Θα προτείνουμε συγκεκριμένα την επιμήκυνση των πληρωμών, τη μείωση των επιτοκίων και τη μετατροπή τους σε σταθερά επιτόκια. Θα προτείνουμε τη ρήτρα ανάπτυξης, αλλά και μία μακρά περίοδο χάριτος, ώστε να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε αρκετό δημοσιονομικό χώρο και να υποστηρίξουμε την επενδυτική δραστηριότητα, αλλά και την ανοικοδόμηση του κοινωνικού κράτους.
Από την έκβαση της διαπραγμάτευσης αυτής είναι δεδομένο ότι θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό η δυνατότητα της ελληνικής οικονομίας να επιστρέψει ταχύτατα σε ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης και να καλύψει έτσι το χαμένο έδαφος της τελευταίας πενταετίας.
Το ίδιο, όμως, ισχύει και για το δεύτερο μεγάλο μέτωπο, αυτό της ανακεφαλαιοποίησης του τραπεζικού συστήματος. Η νέα συμφωνία προβλέπει κεφάλαια έως 25 δισεκατομμύρια ευρώ, για να στηριχθεί το εγχώριο τραπεζικό σύστημα, για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των καταθετών και να ενισχυθεί η ρευστότητα στην πραγματική οικονομία.
Είναι δεδομένο πλέον ότι αυτή θα είναι ίσως και η τελευταία ευκαιρία για την εξυγίανση των ελληνικών τραπεζών, καθώς οι προηγούμενες ανακεφαλαιοποιήσεις απέτυχαν παταγωδώς και επιτρέψτε μου εδώ την εκτίμηση για λόγους κυρίως πολιτικούς και όχι οικονομικούς. Με τις προηγούμενες ανακεφαλαιοποιήσεις αφ’ ενός δεν αντιμετωπίστηκε το πρόβλημα των «κόκκινων» δανείων, το οποίο αποτελεί και τον βασικό αποσταθεροποιητικό παράγοντα του συστήματος, ενώ την ίδια στιγμή το ελληνικό κράτος με αποφάσεις της τότε κυβέρνησης διατήρησε τις ίδιες εκείνες διοικήσεις που είχαν οδηγήσει τις ελληνικές τράπεζες στο χείλος του γκρεμού.
Βιώσαμε, λοιπόν, όλοι μας μία παγκόσμια πρωτοτυπία, το ελληνικό κράτος να αγοράζει επί της ουσίας τις τράπεζες, αφήνοντας όμως τη διοίκησή τους, το μάνατζμεντ τους στους προηγούμενους μετόχους. Είναι και αυτό άλλο ένα επεισόδιο που αποδεικνύει τις βαθιές σχέσεις διαπλοκής και εξάρτησης της πολιτικής εξουσίας από την οικονομική ολιγαρχία στον τόπο μας.
Δεσμευόμαστε, λοιπόν, ότι αυτή η αρνητική παγκόσμια πρωτοτυπία αυτήν τη φορά δεν πρόκειται να επαναληφθεί. Οι τράπεζες που θα χρειαστούν ανακεφαλαιοποίηση με χρήματα του ελληνικού Δημοσίου θα έχουν και το αντίστοιχο μάνατζμεντ.
Η περίοδος των εξαρτήσεων, η περίοδος της διαπλοκής και των πελατειακών διευθετήσεων έχει τελειώσει οριστικά και καλό είναι αυτό να το γνωρίζουμε όλοι.
Το τρίτο μεγάλο στοίχημα είναι αυτό της προσέλκυσης, όπως είπα πριν, ιδιωτικών επενδύσεων, ώστε να κινητοποιηθεί και το λιμνάζον δυναμικό της ελληνικής οικονομίας. Απαιτείται συμπαγής κυβερνητικός σχεδιασμός, καθώς και ενεργητικές πολιτικές προσέλκυσης επενδύσεων, η επεξεργασία συγκροτημένων και ρεαλιστικών επενδυτικών προτάσεων, καθώς και πρωτοβουλίες οικονομικής και επενδυτικής διπλωματίας με την κινητοποίηση κυβερνητικών, αλλά και υπηρεσιακών παραγόντων.
Στο πλαίσιο αυτό σκοπεύουμε να συγκροτήσουμε ειδικό φορέα προσέλκυσης επενδύσεων, ο οποίος θα έχει την ευθύνη για τη δημιουργία, την εκπόνηση και την ανάπτυξη επενδυτικών σχεδίων, τη δημιουργία του αναγκαίου θεσμικού πλαισίου για την ανάπτυξη επενδυτικής στρατηγικής, τη δημιουργία και προστασία των ελληνικών brands, την ενίσχυση δημιουργίας νέων επιχειρήσεων, νεοφυών επιχειρήσεων.
Για τις μεγάλες και σύνθετες επενδύσεις ο δημόσιος αυτός ειδικός φορέας -και όχι ο επενδυτής- θα επιμελείται της υποβολής μελετών και της έκδοσης των αναγκαίων, απαραίτητων αδειών. Η δε διαδικασία θα προχωράει είτε με έκδοση Προεδρικού Διατάγματος είτε με απευθείας κύρωση από τη Βουλή των όρων της σύμβασης και σε κάθε περίπτωση την ευθύνη της απόφασης και του ελέγχου θα την έχει το ελληνικό Κοινοβούλιο.
Επίσης, ο φορέας θα προχωρά στις προβλέψεις για τα σχετιζόμενα με τις επενδύσεις έργα υποδομής. Θα εποπτεύει και θα επιταχύνει τις διαδικασίες επίλυσης διαφορών με το Δημόσιο.
Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, η υλοποίηση συμφωνίας δεν αμφισβητείται, αλλά καλό είναι να γνωρίζουμε όλοι ότι στη συμφωνία υπάρχουν ακόμα ορισμένα σημεία ανοιχτά, για τα οποία δεν έχει καταληχθεί η εφαρμοστέα πολιτική.
Σε αυτά ακριβώς τα σημεία είμαστε αποφασισμένοι να δώσουμε σκληρή μάχη με σχέδιο και αντιπροτάσεις, ώστε να διατηρήσουμε το έδαφος που κερδίσαμε στη διαπραγμάτευση και το τελικό αποτέλεσμα να είναι προς όφελος των κοινωνικών δυνάμεων που εκπροσωπούμε.
Συγκεκριμένα έχουμε μπροστά μας τέσσερις μεγάλες μάχες.
Πρώτον, τη μάχη για τη ρύθμιση των λεγόμενων «κόκκινων» δανείων, στην οποία επιδιώκουμε να εξασφαλίσουμε την προστασία της πρώτης κατοικίας για όσους αποδεδειγμένα δεν έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν, και την ίδια στιγμή να αποτρέψουμε τη δυνατότητα αγοράς δανείων από τα λεγόμενα «distress funds».
Βασικά εργαλεία μας σε αυτήν την προσπάθεια θα είναι ένας ενδιάμεσος φορέας, που θα μεσολαβεί μεταξύ των εμπλεκόμενων δανειστών και οφειλετών, ώστε να διευθετείται το χρέος εξωδικαστικά, η επιτάχυνση των διαδικασιών που προβλέπει ο νόμος Κατσέλη, η υιοθέτηση, με συγκεκριμένες αλλαγές, του Κώδικα Δεοντολογίας των Τραπεζών και, τέλος, η υλοποίηση του νόμου για τις υπερχρεωμένες μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Δεύτερον, έχουμε μπροστά μας τη μεγάλη και κομβική μάχη για την επαναρρύθμιση της αγοράς εργασίας.
Κύριος στόχος μας εδώ είναι η επαναφορά του θεσμού των συλλογικών διαπραγματεύσεων, αλλά και η επαναφορά άλλων προστατευτικών ρυθμίσεων για τη μισθωτή εργασία, που καταργήθηκαν κατά την προηγούμενη πενταετία, όπως οι τριετίες και η μετενέργεια.
Ταυτόχρονα, παραμένει σταθερός ο προσανατολισμός μας για τη σταδιακή αύξηση του κατώτατου μισθού, αλλά και για την κατάργηση διακρίσεων στην αγορά εργασίας, που διαχωρίζουν τους νέους εργαζομένους προβλέποντας μικρότερο μισθό, αλλά και περιορισμένα ασφαλιστικά δικαιώματα.
Η τρίτη μεγάλη μάχη που έχουμε μπροστά μας, είναι αυτή που αφορά τη διατήρηση του δημόσιου χαρακτήρα στην ενέργεια, της ΔΕΗ και των δικτύων της ΔΕΗ και του ΑΔΜΗΕ.
Από τη δική μας πλευρά οφείλουμε άμεσα να προχωρήσουμε το επόμενο διάστημα στην παρουσίαση ενός εναλλακτικού ρεαλιστικού σχεδίου, που θα διασφαλίζει μεν το άνοιγμα της αγοράς εργασίας σύμφωνα με τους ευρωπαϊκούς κανόνες, χωρίς, όμως, να θέτει σε κίνδυνο τον δημόσιο χαρακτήρα των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας.
Τέταρτον, έχουμε μπροστά μας την κρίσιμη δοκιμασία για τη δημιουργία και λειτουργία του νέου ταμείου αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας, που πρέπει να διασφαλίζει την αξιοποίηση και όχι την εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων του δημοσίου.

Στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για τη λειτουργία του ταμείου πρέπει να ξεκαθαριστούν ζητήματα που αφορούν τις υποχρεωτικές ιδιωτικοποιήσεις και την ίδια στιγμή να εξασφαλιστούν οι όροι, ώστε η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας να γίνεται με βασικό γνώμονα την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος, με αδιάβλητες διαδικασίες και χωρίς οποιαδήποτε υπόνοια πελατειακών εξυπηρετήσεων των υποψήφιων επενδυτών, όπως δυστυχώς κατ’ επανάληψη συνέβη τα προηγούμενα χρόνια της λειτουργίας του ΤΑΙΠΕΔ.
Σε όλα αυτά τα ανοιχτά διαπραγματευτικά πεδία -που θυμίζω ότι έμειναν ανοιχτά εξαιτίας του γεγονότος ότι δόθηκαν μάχες διαπραγματευτικές- είναι εξαιρετικά κρίσιμο να μην χάσουμε κερδισμένο έδαφος και να μην επιστρέψουμε σε αδιέξοδες πολιτικές ακραίων νεοφιλελεύθερων επιλογών. Και αυτό όχι γιατί είναι λάθος και άδικο, αλλά και γιατί θα μας οδηγήσει ξανά σε έναν αδιέξοδο, φαύλο κύκλο, από τον οποίο πρέπει επιτέλους να βγει η ελληνική οικονομία. Γι’ αυτό και είναι απαραίτητο στα μέτωπα αυτά να υπάρξει η ευρύτερη δυνατή συναίνεση των προοδευτικών δυνάμεων του τόπου, των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων που δεν συμφωνούν, δεν συναινούν με τους νεοφιλελεύθερους δήθεν μονόδρομους, αυτούς τους μονόδρομους που μας οδήγησαν σε αυτήν τη βαθιά κρίση.
Και είμαι βέβαιος ότι, όπως στην Ευρώπη, στο ευρωπαϊκό πεδίο, που πέραν του Λαϊκού Ευρωπαϊκού Κόμματος -δηλαδή της ευρωπαϊκής Δεξιάς, του κόμματος στο οποίο συμμετέχει η Νέα Δημοκρατία- δημιουργούνται σήμερα ευρύτερες αντινεοφιλελεύθερες συμμαχίες, έτσι και στη χώρα μας θα υπάρξει η δυνατότητα ευρύτερων συναινέσεων και κοινών δράσεων, προοδευτικών και αντινεοφιλελευθέρων δυνάμεων, κοινωνικών και πολιτικών, με στόχο την προστασία του δημόσιου και κοινωνικού συμφέροντος, με στόχο τη διεύρυνση των ρηγμάτων που ανοίξαμε κερδίζοντας έδαφος στη διαπραγμάτευση του προηγούμενου επταμήνου.
Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, έχουμε πλήρη επίγνωση ότι η νέα συμφωνία, παρά τις θετικές της πλευρές, εμπεριέχει πολλά δύσκολα σημεία. Δώσαμε άλλωστε σκληρή μάχη για ένα προς ένα, αλλά όπως όλοι γνωρίζετε –όλοι γνωρίζουν- η επιμονή των δανειστών δεν ήταν δυνατόν να καμφθεί παντού.
Όλοι έχουμε επίγνωση ότι κάποιες αλλαγές στο φορολογικό σύστημα, όπως για παράδειγμα η αύξηση των συντελεστών του ΦΠΑ σε συγκεκριμένους τομείς της οικονομίας, όπως οι φορολογικές μεταρρυθμίσεις που αφορούν τους αγρότες, προκαλούν προβλήματα. Το ίδιο ισχύει και για τις αλλαγές στο συνταξιοδοτικό που ήταν μεν αναγκαίες, ειδικά σε ό,τι αφορά τις πρόωρες συνταξιοδοτήσεις, δημιουργούν όμως ταυτόχρονα ανατροπές σε σχεδιασμούς ζωής και προσδοκίες.
Για κάθε ένα από αυτά τα δύσκολα σημεία θα κάνουμε τα πάντα ώστε να βρεθούν αντίδοτα ή ώστε να αμβλυνθούν οι πιθανές αρνητικές συνέπειες. Θέλω όμως να αναφερθώ ειδικά στο θέμα του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας στην ιδιωτική εκπαίδευση που μονοπωλεί αυτές τις μέρες το κοινωνικό και δημοσιογραφικό ενδιαφέρον.
Η Κυβέρνηση θα προχωρήσει άμεσα στην αναστολή του συγκεκριμένου μέτρου τουλάχιστον μέχρι την ψήφιση του Προϋπολογισμού στα μέσα Νοέμβρη, ώστε στο μεσοδιάστημα να βρεθούν ισοδύναμα.
Και αν έχετε ισοδύναμα να προτείνετε, είμαστε ανοικτοί να ακούσουμε τις προτάσεις σας.
Αποτελεί όμως –επιτρέψτε μου σε αυτό το σημείο να ξεφύγω από το κείμενο της ανάγνωσης των Προγραμματικών Δηλώσεων- τουλάχιστον υποκρισία εσείς, που κάνατε καμπάνια για το «ΝΑΙ» και προπαγανδίζατε το «ΝΑΙ σε όλα», να κουνάτε το δάκτυλο και να κάνετε κριτική σε εμάς που αγωνιστήκαμε και διευρύναμε το πεδίο της διαπραγμάτευσης.
Ελπίζω, κύριε Πρόεδρε, κύριε Μεϊμαράκη, να έχω τη χαρά να συνομιλώ μαζί σας για μακρύ χρονικό διάστημα και να είστε εσείς αυτός που θα μου ζητάτε, θα συζητάτε και θα καταθέτετε ισοδύναμα μέτρα προκειμένου από κοινού να προασπίσουμε το δημόσιο συμφέρον, να δουλέψουμε από κοινού για το καλό αυτού του τόπου και να προασπίσουμε το δημόσιο συμφέρον.
Το βέβαιο, όμως είναι, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ότι η περιπτωσιολογική αντιμετώπιση δεν αρκεί. Αυτό που είναι αναγκαίο για να αντιμετωπιστούν από τη ρίζα τους οι οικονομικές δυσχέρειες των κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων που χτυπήθηκαν βάναυσα από την κρίση είναι η εκπόνηση και η υλοποίηση ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου για την επιστροφή στην ανάπτυξη με κοινωνικό, με φιλεργατικό, με περιβαλλοντικό πρόσημο, ενός σχεδίου που εξειδικεύεται σε κάθε ξεχωριστό τομέα άσκησης πολιτικής.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο επιτρέψτε μου να αναφερθώ στους βασικούς άξονες αυτού του σχεδίου.
Πριν και πάνω από κάθε τομεακή ειδική πολιτική, η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας εξαρτάται από τη δημιουργία του κατάλληλου πλαισίου για την άσκηση της οικονομικής δραστηριότητας. Και το πλαίσιο αυτό ορίζεται κυρίως από το φορολογικό σύστημα και από τους όρους χρηματοδότησης τόσο των επενδυτικών δραστηριοτήτων όσο και των νοικοκυριών.
Σε ό,τι αφορά το φορολογικό σύστημα, είναι γνωστό τοις πάσι ότι το ελληνικό κράτος, με ευθύνη των προηγούμενων κυβερνήσεων, αλλά και με ευθύνη των δανειστών που τα τελευταία χρόνια απαιτούσαν διαρκείς παρεμβάσεις στη φορολογία χωρίς σχέδιο και προοπτική και με μόνη έγνοια τη βραχυπρόθεσμη αύξηση εισπράξεων μέσα σε συνθήκες ύφεσης, διαθέτει ένα από τα πιο πολυδαίδαλα, δυσλειτουργικά και αναποτελεσματικά φορολογικά συστήματα στην Ευρώπη.
Ο όρος «σύστημα» γι’ αυτό τον λαβύρινθο ασύνδετων και περιπτωσιολογικών διατάξεων, εξαιρέσεων, απαλλαγών, τεκμηρίων που προβλέπονται σε εκατοντάδες διαφορετικούς νόμους και υπουργικές αποφάσεις είναι ήδη ένας ευφημισμός.
Αποτελεί, λοιπόν, πρώτιστη προτεραιότητα γι’ αυτή την Κυβέρνηση να υλοποιήσει μια μεγάλη και ριζοσπαστική φορολογική μεταρρύθμιση, δημιουργώντας ένα σύστημα απλό, σταθερό και δίκαιο. Θα αποτελέσει πιθανόν την καλύτερη υπηρεσία που έχουμε να προσφέρουμε στην υπόθεση της δημιουργίας ενός ευνοϊκού επενδυτικού περιβάλλοντος, αλλά και στην ελάφρυνση των γνωστών υποζυγίων μισθωτών και συνταξιούχων που μέχρι σήμερα έχουν σηκώσει σχεδόν ολοκληρωτικά το βάρος αυτής της κρίσης.
Το δεύτερο μεγάλο στοίχημα που έχουμε μπροστά μας είναι να μπορέσουμε να ξεκλειδώσουμε το αστείρευτο δυναμικό των ζωντανών δυνάμεων της ελληνικής κοινωνίας, να αποκαταστήσουμε τη ροή της χρηματοδότησης στην πραγματική οικονομία, αξιοποιώντας παραδοσιακά, αλλά και εναλλακτικά χρηματοδοτικά εργαλεία.
Η σταθεροποίηση του πιστωτικού συστήματος είναι φυσικά κομβική, αλλά τεράστια σημασία έχουν τόσο απορρόφηση των προγραμμάτων του ΕΣΠΑ όσο και η δημιουργία νέων χρηματοδοτικών σχημάτων.
Σε ό,τι αφορά το ΕΣΠΑ, στόχος μας είναι να μην χαθεί ούτε ένα ευρώ από το πρόγραμμα 2007-2013 όσο, όμως, και από το νέο πρόγραμμα 2014-2020. Ήδη από την προηγούμενη περίοδο έχουν γίνει οι απαραίτητες ενέργειες ώστε να αποκατασταθεί η ροή πληρωμών, καθώς και για τον αναπροσανατολισμό των προγραμμάτων, ώστε να ωφελούνται κατά κύριο λόγο νεοφυείς επιχειρήσεις με καινοτόμο προσανατολισμό, καθώς και νέοι άνεργοι επιστήμονες, επιχειρήσεις κοινωνικής οικονομίας, καθώς και επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε τομείς στους οποίους η χώρα διαθέτει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα.
Την ίδια στιγμή ο νέος αναπτυξιακός νόμος που βρίσκεται σε στάδιο ολοκλήρωσης έχει προσανατολισμό τη μετάβαση από μια οικονομία χαμηλής ανταγωνιστικότητας σε μια οικονομία υψηλής τεχνολογικής εξειδίκευσης, καινοτομίας και υψηλής προστιθέμενης αξίας, με την προώθηση και ενίσχυση υφιστάμενων παραγωγικών δομών, αλλά και την προσέλκυση ξένων επενδύσεων.
Στη βάση αυτού του νέου θεσμικού και χρηματοδοτικού πλαισίου, που θα υποβοηθείται από την ίδρυση της νέας δημόσιας αναπτυξιακής τράπεζας, θα έχουμε τη δυνατότητα να προωθήσουμε τις αναγκαίες τομεακές πολιτικές για την ενίσχυση του τουρισμού και της ναυτιλίας, των υποδομών και των μεταφορών, της αγροτικής παραγωγής, της ενέργειας και της βιομηχανίας, που μπορούν να αποτελέσουν τους βασικούς πυλώνες για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας.
Είναι ακριβώς από την πολιτική μας αυτά τα επιμέρους πεδία που θα κριθούμε για την δυνατότητά μας να οικοδομήσουμε ένα νέο οικονομικό πρότυπο, ένα νέο οικονομικό μοντέλο, που θα αξιοποιεί το σύνολο των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων της χώρας, θα αλλάζει σταδιακά το αναπτυξιακό της προφίλ και θα την μετατρέπει σε παραγωγικό, μεταποιητικό, ενεργειακό, διαμετακομιστικό και τουριστικό κόμβο.
Φαντάζομαι ότι οι αρμόδιοι Υπουργοί θα έχουν τη δυνατότητα τις επόμενες δύο μέρες να αναπτύξουν αναλυτικά τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς σε κάθε επιμέρους τομέα.
Θα μου επιτρέψετε, όμως, να κάνω σε αυτό το σημείο μια σύντομη ειδική αναφορά στο ζήτημα της ανάγκης στήριξης της αγροτικής παραγωγής και των αγροτών, που απετέλεσε ένα από τα σημεία σύγκρουσης κατά την περίοδο της διαπραγμάτευσης.
Οι βασικοί άξονες πάνω στους οποίους θα κινηθούμε, ώστε να αμβλύνουμε τις πιθανές αρνητικές συνέπειες από την υλοποίηση της Συμφωνίας, είναι, πρώτον, η αξιοποίηση συνολικών πόρων 20 περίπου δισεκατομμυρίων ευρώ στην προγραμματική περίοδο 2015-2021, με ταυτόχρονη δημιουργία και διατήρηση περισσότερων από πενήντα χιλιάδων θέσεων εργασίας στον τομέα της αγροτικής παραγωγής, δεύτερον, ο επανακαθορισμός της έννοιας «αγρότης κατά κύριο επάγγελμα», με στόχο τη διαφορετική φορολογική μεταχείριση και τον πραγματικό προσδιορισμό του εισοδήματος των κατόχων αγροτικών εκμεταλλεύσεων μέσα από την τήρηση βιβλίων εσόδων-εξόδων. Από αυτήν τη διαδικασία θα προκύψει ουσιαστικό όφελος τόσο για τους αγρότες από το συμψηφισμό του ΦΠΑ εισροών-εκροών όσο όμως και για το κράτος από την αύξηση της εισπραξιμότητας του ΦΠΑ.
Σε κάθε περίπτωση στόχος μας είναι μέσα από τον ανοιχτό διάλογο με τον αγροτικό κόσμο, αλλά και τους εταίρους να αντιμετωπίσουμε τα πραγματικά προβλήματα της ελληνικής υπαίθρου, με βασικό γνώμονα την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής παραγωγής, αλλά κυρίως την ενίσχυση του εισοδήματος των μικρών και μεσαίων αγροτών.
Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, αν το νέο παραγωγικό και οικονομικό μοντέλο είναι ο μεγάλος και μακροπρόθεσμος στόχος για τα επόμενα χρόνια, τότε η Δημόσια Διοίκηση είναι το εργαλείο για την επίτευξη αυτού του στόχου. Κι εδώ είναι σαφές ότι η χώρα μας βρίσκεται δεκαετίες πίσω. Μετά την επτάμηνη εμπειρία της διακυβέρνησης είχαμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε και στην πράξη τις μεγάλες παθογένειες, που σε μεγάλο βαθμό κρατούν καθηλωμένη τη χώρα και λειτουργούν ως τροχοπέδη, εμποδίζοντας το μεγάλο αναπτυξιακό άλμα προς τα εμπρός.
Δεν υπάρχει αμφιβολία –και είναι κάτι στο οποίο πιστεύω ότι θα συμφωνήσουμε όλοι- ότι η Δημόσια Διοίκηση είναι ο μεγάλος ασθενής, η κατάσταση του οποίου ασθενή, όμως, επιδεινώθηκε την τελευταία πενταετία με τις οριζόντιες περικοπές, τις μαζικές συνταξιοδοτήσεις, την ανυπαρξία οποιουδήποτε οργανωτικού σχεδιασμού, την εκτεταμένη μικρή και μεγάλη διαφθορά, το θεσμικό χάος, την επικάλυψη αρμοδιοτήτων, τις δαιδαλώδεις διαδικασίες, τη γραφειοκρατία, την υστέρηση στον τομέα της ψηφιακής πολιτικής.
Έχουμε, λοιπόν, μπροστά μας ένα τεράστιο στοίχημα, την εκ βάθρων μεταρρύθμιση της Δημόσιας Διοίκησης, ώστε να μπορέσει να επιτελέσει τον οργανωτικό και αναπτυξιακό της ρόλο. Θέλουμε μια Δημόσια Διοίκηση δημοκρατική, διαφανή, αδιάβλητη, τεχνολογικά εκσυγχρονισμένη, αντιγραφειοκρατική και στο τέλος της ημέρας κοινωνικά ανταποδοτική, δίπλα στον πολίτη.
Γνωρίζουμε, βεβαίως, ότι βάζουμε τον πήχυ πολύ ψηλά. Γνωρίζουμε ότι όλα αυτά είναι εύκολο να τα λες, αλλά πολύ δύσκολο να τα υλοποιήσεις, καθώς η υλοποίηση κάθε μεταρρυθμιστικού μέτρου στη Δημόσια Διοίκηση προϋποθέτει συγκρούσεις με κατεστημένες νοοτροπίες, με βαθιές πελατειακές δομές και με δίκτυα μικρών και μεγάλων εξουσιών, συγκρούσεις με ριζωμένες ιδιοτελείς πρακτικές. Όμως, δεν μας επιτρέπεται να κλείσουμε τα μάτια και να βαδίσουμε στην πεπατημένη. Θα επιδιώξουμε τη ριζική, δημοκρατική μεταρρύθμιση και πιστεύω ότι θα την πετύχουμε.
Σε ό,τι αφορά τις δομές της Δημόσιας Διοίκησης, έχουμε από την προηγούμενη Κοινοβουλευτική Περίοδο δεσμευτεί να αναλάβουμε το δύσκολο έργο του εξορθολογισμού των οργανογραμμάτων των Υπουργείων, αλλά και την αξιολόγηση των εποπτευόμενων φορέων, ώστε να καταγραφούν οι σκοποί τους και να αναπροσανατολιστεί η δράση τους.
Σε ό,τι αφορά τις διαδικασίες, δεσμευόμαστε να συνεχίσουμε τις παρεμβάσεις για τη μείωση του γραφειοκρατικού φόρτου και των διοικητικών βαρών πολιτών και επιχειρήσεων. Στόχος είναι η απλοποίηση των διαδικασιών αδειοδότησης των νέων επιχειρήσεων, η επέκταση των υπηρεσιών που προσφέρουν τα ηλεκτρονικά ΚΕΠ, ενώ καθοδηγητική μας αρχή είναι η μείωση της προσωπικής επαφής πολιτών και διοίκησης, ώστε να περιοριστεί δραστικά και ο κίνδυνος ανάπτυξης της λεγόμενης «μικρής διαφθοράς».
Προχωρούμε, τέλος, σε σειρά παρεμβάσεων που αφορούν το ίδιο το προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης το οποίο αδίκως έχει λοιδορηθεί και περιθωριοποιηθεί στο σύνολό του στο πλαίσιο μίας προπαγάνδας για τη νομιμοποίηση σκληρών μέτρων λιτότητας. Προφανώς υπάρχουν και εξαιρέσεις, αλλά δεν μπορούμε να τις υιοθετούμε ως κανόνα. Δεν είναι το προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που ευθύνεται για την κρίση, αλλά ένα ολόκληρο πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο που οικοδόμησε, εξέθρεψε και ανέχτηκε –επιτρέψτε μου την έκφραση- αυτή τη θεσμική αναπηρία και δυσλειτουργία.
Έτσι, με βασική μας αρχή το σεβασμό και την αναγνώριση του ρόλου των δημοσίων υπαλλήλων, προχωρούμε άμεσα στην υιοθέτηση νέου θεσμικού πλαισίου αξιολόγησης, αλλά και σε νέο, σύγχρονο και αποτελεσματικό πειθαρχικό δίκαιο που θα διέπεται από τις αρχές τις επιείκειας και της ακριβοδικίας.
Προχωρούμε, επίσης, στη θέσπιση Εθνικού Μητρώου για τα στελέχη της Δημόσιας Διοίκησης που διαθέτουν πολύ υψηλά εκπαιδευτικά και διοικητικά προσόντα. Το αργότερο ως το Σεπτέμβρη του 2016 θα είμαστε έτοιμοι ώστε οι επιτελικές θέσεις του δημόσιου τομέα και των νομικών προσώπων να στελεχώνονται από τη δεξαμενή του νέου Εθνικού Μητρώου.
Προχωρούμε, επίσης, άμεσα στη θέσπιση ενός δυναμικού και ευέλικτου συστήματος εσωτερικής κινητικότητας στο δημόσιο τομέα.
Τελευταίο, αλλά κρισιμότατο, πεδίο παρεμβάσεων στη Δημόσια Διοίκηση, που επηρεάζει οριζόντια το σύνολο των δομών, λειτουργιών και διαδικασιών της κρατικής μηχανής, είναι αυτό της ψηφιακής πολιτικής. Η απουσία συνεκτικού σχεδίου στο πεδίο αυτό, αποτέλεσμα διαπλεκόμενων συμφερόντων και εξαρτήσεων, οδήγησε στη διασπάθιση του δημόσιου χρήματος και στην κατασπατάληση των κοινοτικών πόρων που τόσο χρειαζόταν η ελληνική κοινωνία, ιδιαίτερα στα χρόνια της κρίσης. Μέσα σε μία Βαβέλ αρμοδιοτήτων, πολιτικών και στρατηγικών, για τις ψηφιακές τεχνολογίες, δαπανήθηκαν συνολικά περί τα 7 δισεκατομμύρια ευρώ, αλλά με ελάχιστα αποτελέσματα, ενώ περίπου ένα δισεκατομμύριο ευρώ σήμερα δεν μπορεί να εκταμιευθεί από το ΕΣΠΑ.
Στόχος μας είναι μία ενιαία, στοχευμένη και κοινωνική ψηφιακή πολιτική. Γι’ αυτό, σκοπεύουμε να καταρτίσουμε και να εφαρμόσουμε ένα ενιαίο Εθνικό Στρατηγικό Σχέδιο για την ψηφιακή ανάπτυξη, την ηλεκτρονική διακυβέρνηση και το Εθνικό Σχέδιο Ευρυζωνικότητας.
Στόχος μας είναι να απελευθερώσουμε 1 δισεκατομμύριο ευρώ από τους κοινοτικούς πόρους για έργα τεχνολογίας, πληροφορικής και επικοινωνιών, με σκοπό την ενίσχυση και το συντονισμό των δράσεων ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, την επέκταση και ολοκλήρωση των ευρυζωνικών τηλεπικοινωνιακών δικτύων και την ένταξη της Ελλάδας στην ενιαία ευρωπαϊκή ψηφιακή αγορά με τους ευνοϊκότερους όρους για τον Έλληνα παραγωγό, επιχειρηματία και πολίτη.
Τέλος, καταρτίζουμε τριετές σχέδιο δράσης για τη ριζική βελτίωση υπηρεσιών ηλεκτρονικής διακυβέρνησης από το Δημόσιο προς τους πολίτες, με στόχο, κατ’ ελάχιστον, το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στους αντίστοιχους δείκτες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, πέρα από τα ζητήματα της συμφωνίας, πέρα από το δημόσιο χρέος και την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, πέρα από το εθνικό στρατηγικό σχέδιο για την επιστροφή στην ανάπτυξη και τη δημοκρατική μεταρρύθμιση της Δημόσιας Διοίκησης, υπάρχουν και μια σειρά κομβικά πεδία στα οποία η Κυβέρνησή μας φιλοδοξεί να αφήσει στίγμα, ίχνος ανεξίτηλο, ριζοσπαστικό και προοδευτικό. Φιλοδοξεί να αφήσει κυρίως το στίγμα μιας άλλης αντίληψης, εκφράζοντας τα συμφέροντα των πολλών, τις προσδοκίες και την αγωνία των μισθωτών στρωμάτων, των μικρομεσαίων, των συνταξιούχων, των ανέργων, της ελληνικής νεολαίας. Η Κυβέρνησή μας φιλοδοξεί να δώσει μια νέα πνοή, βάζοντας τέλος στην πολύπλευρη κρίση που δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά ταυτόχρονα είναι κρίση ηθική και πολιτική, κρίση θεσμών και κρίση αξιών.
Αυτή είναι μια κατάσταση που έχουμε ιστορικό χρέος και ευθύνη να αντιστρέψουμε, υποστηρίζοντας και ενισχύοντας θεσμούς που εγγυώνται την κοινωνική συνοχή, αποκαθιστώντας ταυτόχρονα το πληγωμένο αίσθημα δικαίου της ελληνικής κοινωνίας.
Θέλω, λοιπόν, να σταθώ και να τονίσω τη δέσμευσή μας, παρά τις δυσκολίες που έχουμε μπροστά μας, για τη στήριξη του κοινωνικού κράτους σε όλες του τις πτυχές. Πρόκειται για ύψιστη προτεραιότητα, καθώς είναι και αυτή μια όψη της πολιτικής μας που μας διαφοροποιεί με κάθετο τρόπο από τις δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού που όλα τα προηγούμενα χρόνια επέλεξαν το κοινωνικό κράτος ως πρωταρχικό θύμα των πολιτικών της λιτότητας και των περικοπών.
Έχουμε ήδη αποδείξει από την προηγούμενη Κοινοβουλευτική Περίοδο ότι έχουμε στόχο να ακολουθήσουμε έναν άλλο δρόμο. Ο πρώτος νόμος, άλλωστε, που περάσαμε στην προηγούμενη περίοδο διακυβέρνησης ήταν ο νόμος για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, που λειτουργεί τροχιοδεικτικά και για τις επόμενες παρεμβάσεις μας.
Με την εμπειρία και τη γνώση που αποκτήσαμε, για πρώτη φορά καταρτίζουμε τον πανελλαδικό χάρτη της φτώχεια και προχωράμε σε στοχευμένες δράσεις.
Για το αμέσως επόμενο διάστημα έχουν προγραμματιστεί:
Η έκδοση καρτών μετακίνησης για Άτομα με Αναπηρία, για τους πολύτεκνους, τους τρίτεκνους, τους άνεργους, τους χαμηλοσυνταξιούχους άνω των εξήντα πέντε ετών. Η ενεργοποίηση των καρτών υγείας ανασφάλιστων. Τα σχολικά γεύματα για μαθητές δημοτικών σχολείων. Άμεσες νομοθετικές ρυθμίσεις για τις αγορές χωρίς μεσάζοντες, για τη διάθεση προϊόντων που μπορούν να καταναλωθούν με ασφάλεια από μεγάλες αλυσίδες εμπορίας τροφίμων σε δομές αλληλεγγύης.
Μεγάλος στρατηγικός, όμως, στόχος, ο οποίος θέλουμε να ολοκληρωθεί μέσα στον ορίζοντα της τετραετίας, είναι να ιδρύσουμε για πρώτη φορά στην Ελλάδα ένα εθνικό σύστημα κοινωνικής αλληλεγγύης ανάλογο του ΕΣΥ, αλλά για την κοινωνική προστασία, ένα σύστημα σύγχρονο, ανθρωποκεντρικό, με αυτονομία και υπό δημόσιο έλεγχο.
Και αυτή σκοπεύουμε να είναι και μια από τις πιο σημαντικές κληρονομιές που θα αφήσει η Κυβέρνησή μας σε αυτούς που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη, στους συμπολίτες μας που είναι μόνοι τους απέναντι στην κρίση.
Και στον τομέα της υγείας, όμως, στρατηγικός μας στόχος είναι η οικοδόμηση ενός δημόσιου και δωρεάν συστήματος ισότιμης πρόσβασης και καθολικής κάλυψης με υψηλής ποιότητας παρεχόμενες υπηρεσίες και ελεγχόμενο κόστος. Στο πλαίσιο αυτό δεσμευόμαστε για την απρόσκοπτη και ισότιμη πρόσβαση σε αποτελεσματικά, ποιοτικά και ασφαλή φάρμακα για τον Έλληνα πολίτη.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνουμε σε δράσεις και πολιτικές που θα προάγουν την βασική και την κλινική έρευνα στον τομέα του φαρμάκου. Προχωράμε στις απαραίτητες ενέργειες για την κάλυψη των ανασφάλιστων συμπολιτών μας, ώστε να διασφαλιστεί η ισότιμη και καθολική πρόσβαση σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες υγείας. Επιταχύνουμε και ολοκληρώνουμε τις διαδικασίες προσλήψεων όλων των ειδικοτήτων που αυτή τη στιγμή εκκρεμούν. Πρόκειται για περίπου χίλιες εκατό προσλήψεις υγειονομικών μέσα στο 2015, ενώ περίπου δυόμισι χιλιάδες νέες θέσεις γιατρών, νοσηλευτών και λοιπών επαγγελματιών υγείας θα προκηρυχθούν το επόμενο διάστημα.
Ανοίγουμε, επίσης, τις συμβάσεις του ΕΟΠΥΥ στους νέους γιατρούς, ώστε να καταπολεμηθεί η ανεργία και η φυγή επιστημόνων στο εξωτερικό. Αξιολογούμε άμεσα το σύνολο των διοικήσεων των νοσοκομείων και αντικαθιστούμε όσες κριθούν αναποτελεσματικές. Διότι θέλω να σας θυμίσω ότι στελεχώθηκαν με το σύστημα «4-3-1», με τα συστήματα, δηλαδή, της νομής της εξουσίας ανάλογα με τα πελατειακά και μικροκομματικά συμφέροντα. Ας μην τα ξεχνάμε αυτά!
Ο μεγάλος και εμβληματικός στόχος, όμως, στον τομέα της υγείας είναι η δημιουργία ενός νέου μοντέλου στην πρωτοβάθμια φροντίδα, ενός νέου μοντέλου που θα αποτελεί το βασικό πυλώνα για το νέο σύστημα υπηρεσιών υγείας.
Το μοντέλο θα βασίζεται στις μονάδες υγείας γειτονιάς και θα αποτελεί το θεμέλιο ενός νέου και λειτουργικού δημόσιου συστήματος παροχής ποιοτικών υπηρεσιών που θα προωθεί την ισότιμη πρόσβαση και την καθολική κάλυψη.
Αντιστοίχως εμβληματική στοχεύουμε να είναι και η παρέμβασή μας στα ζητήματα της παιδείας και της έρευνας. Εδώ είναι πρώτιστη ανάγκη να αναβαθμίσουμε αυτό που ονομάζουμε «ερευνητική κουλτούρα», να υποστηρίξουμε θεσμικά και οικονομικά την έρευνα και να αξιοποιήσουμε το κατά γενική ομολογία εξαιρετικό ανθρώπινο επιστημονικό δυναμικό.
Ταυτόχρονα, σκοπεύουμε να αφήσουμε το ίχνος μιας σύγχρονης προοδευτικής διακυβέρνησης με μια φιλόδοξη μεταρρύθμιση στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, που θα αντιμετωπίσει παθογένειες, αλλά και τις χρόνιες δυσλειτουργίες του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος.
Έχουμε συνείδηση ότι η αντιμετώπιση των προβλημάτων, καθώς και η σταθερή πορεία προς ένα δημοκρατικό σχολείο, προϋποθέτει την αναγνώριση του κοινωνικού έργου των εκπαιδευτικών.
Στις άμεσες προτεραιότητές μας, επομένως, είναι η ανάπτυξη ενός συστήματος αποτίμησης, αλλά και ανάδειξης του έργου των σχολείων και των εκπαιδευτικών.
Προτεραιότητα αποτελεί, όμως, και η άμεση έναρξη ενός μεγάλου και συμμετοχικού κοινωνικού διαλόγου, προκειμένου να θεσμοθετήσουμε σε κλίμα κοινωνικής συναίνεσης, διότι οι μεγάλες αλλαγές στην παιδεία απαιτούν κλίμα κοινωνικής συναίνεσης, όχι καθολικής συμφωνίας -οι απόψεις έχουν πρόσημο ιδεολογικό, αλλά οι μεγάλες αλλαγές απαιτούν κλίμα διαλόγου, προετοιμασίας και συναίνεσης από την κοινωνία- ώστε να προχωρήσουμε σε ένα σύγχρονο σύστημα ειδικής αγωγής και παροχής εκπαιδευτικής υποστήριξης για όλα τα παιδιά με ειδικές ανάγκες.
Να προχωρήσουμε σε ένα σύγχρονο πλαίσιο επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, ένα νέο συγκροτημένο νομικό πλαίσιο για την ελληνόγλωσση εκπαίδευση στο εξωτερικό, έναν νέο χάρτη Ανώτατης Εκπαίδευσης και έρευνας ώστε τα Πανεπιστήμια, τα Τεχνολογικά και Ερευνητικά Ιδρύματα, να αναλάβουν ξανά τον πρωταγωνιστικό ρόλο που τους αξίζει στην οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας. Στο πλαίσιο αυτό θα συζητηθούν διεξοδικά και οι ρυθμίσεις που εμπεριέχονται στο ήδη δημοσιευμένο νομοσχέδιο του Υπουργείου Παιδείας για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση.
Αναπόσπαστος πυλώνας όμως αυτού που εμείς ονομάζουμε κοινωνικό κράτος είναι και αυτός που αφορά την ενίσχυση της εργασίας, την καταπολέμηση της ανεργίας και τη στήριξη της κοινωνικής ασφάλισης.
Σε ό,τι αφορά τα ζητήματα της ανεργίας έχουν γίνει πολλά, καθώς έχουμε ήδη σχεδιάσει και θα υλοποιηθούν τους επόμενους 6 μήνες νέα προγράμματα απασχόλησης για συνολικά εκατό χιλιάδες άνεργους. Από τον Μάρτη του 2016 και μέχρι το τέλος του χρόνου ο σχεδιασμός μας προβλέπει την ένταξη επιπλέον εκατόν πενήντα χιλιάδων ανέργων σε προγράμματα απασχόλησης.
Ο στρατηγικός μας σχεδιασμός με ορίζοντα τετραετίας περιλαμβάνει μεταξύ άλλων ειδικά προγράμματα απασχόλησης για περιοχές με τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας, ειδικό πρόγραμμα για την αντιμετώπιση της ανεργίας των νέων επιστημόνων, οικονομική και θεσμική υποστήριξη πρωτοβουλιών κοινωνικής οικονομίας, που μπορούν να αποτελέσουν τη μήτρα ενός συστήματος παραγωγής που θα αμφισβητεί τις κυρίαρχες οικονομικές δομές παραγωγής για την ανταλλαγή και το κέρδος.
Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, θέλω να κάνω και μια ιδιαίτερη αναφορά στις προκλήσεις, αλλά και τα σοβαρά προβλήματα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε στο ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό σύστημα της χώρας, προκλήσεις που προϋπήρχαν και εξακολουθούν φυσικά να υπάρχουν ανεξάρτητα, εγώ θα έλεγα, από τη Συμφωνία, προβλήματα που έπρεπε να αντιμετωπιστούν είτε η χώρα είχε Συμφωνία είτε δεν είχε Συμφωνία.
Από τη μία έχουμε εσωτερικές αδικίες, προνόμια και πολυπλοκότητα, γι’ αυτό και προχωρούμε στον εξορθολογισμό και την ενοποίηση των ασφαλιστικών ταμείων, γι’ αυτό και καταργούμε πρόωρες συνταξιοδοτήσεις. Από την άλλη όμως –και πρέπει να είμαστε ειλικρινείς– έχουμε σοβαρό πρόβλημα βιωσιμότητας.
Οι ρίζες αυτού του προβλήματος βρίσκονται στην απαράδεκτα υψηλή ανεργία των τελευταίων χρόνων, στην αδήλωτη και ανασφάλιστη εργασία που αγγίζει το 25%, στα αρνητικά δημογραφικά δεδομένα, αλλά και στα ρημαγμένα και λεηλατημένα αποθεματικά των ταμείων που άφησαν πίσω τους οι προηγούμενες κυβερνήσεις, τόσο με το γνωστό σκάνδαλο και τον τζόγο στο Χρηματιστήριο, όσο όμως και με το καταστροφικό PSI, που το πλήρωσαν τα ασφαλιστικά ταμεία.
Με βάση αυτά τα δεδομένα το ασφαλιστικό μας σύστημα, αδυνατεί σήμερα να ισορροπήσει και να εξυγιανθεί, όσες περικοπές και αν γίνουν. Στα χρόνια των δύο πρώτων μνημονίων περικόπηκαν 14 δισεκατομμύρια ευρώ συντάξεων σε ετήσια βάση. Λύσαμε κανένα πρόβλημα;
Μήπως τελικά τα αποτελέσματα ήταν ακριβώς τα αντίθετα από αυτά που διακηρύσσονταν ως επιδιωκόμενα, επιτείνοντας την ύφεση, αυξάνοντας την ανεργία και μειώνοντας σε τελική ανάλυση τις εισφορές; Μειώνοντας δηλαδή τα έσοδα και τους πόρους του ασφαλιστικού συστήματος.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, το πρόβλημα του ασφαλιστικού δεν είναι ότι δαπανά πολλά, αλλά ότι υστερεί σε έσοδα και εισπράξεις. Αυτό που πρέπει να γίνει είναι να αυξήσουμε τους πόρους που εισρέουν στο ασφαλιστικό σύστημα. Αυτή είναι η αρχή μας και γι’ αυτό άλλωστε αντισταθήκαμε σθεναρά, δεν δεχθήκαμε την άμεση κατάργηση του ΕΚΑΣ, την άμεση εφαρμογή της ρήτρας μηδενικού ελλείμματος που ζητούσαν επίμονα οι εταίροι και που δυστυχώς τότε μας καλούσαν και τα κόμματα της Αντιπολίτευσης να υιοθετήσουμε. Με σκληρή διαπραγμάτευση καταφέραμε ένα διατηρηθεί το ΕΚΑΣ μέχρι το 2020 και να αναζητηθούν ισοδύναμα μέτρα, ώστε να μην μειωθούν ραγδαία οι επικουρικές συντάξεις.
Αντί νέων περικοπών και της κούρσας προς τα κάτω, επιλέγουμε να μεταρρυθμίσουμε το ασφαλιστικό σύστημα συνολικά, προστατεύοντας το επίπεδο των παροχών. Πάμε σε ένα σύστημα με ενισχυμένο αναδιανεμητικό χαρακτήρα, με κοινωνική και διαγενεακή δικαιοσύνη, με την εφαρμογή ενιαίων κανόνων στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα. Ένα σύστημα που θα εγγυάται αξιοπρεπείς συντάξεις και στη δική μου γενιά και στις επόμενες της δικής μου γενιάς, γιατί αυτός είναι ο στόχος. Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Με εξασφάλιση νέων πόρων, με καταπολέμηση της αδήλωτης και ανασφάλιστης εργασίας, με αξιοποίηση της κινητής και ακίνητης περιουσίας των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, με την πλήρη ηλεκτρονική διασύνδεση των πληροφοριακών συστημάτων των ασφαλιστικών ταμείων και των ΚΕΠ, με σταθμούς εξυπηρέτησης μιας στάσης –όπως λέγονται- για την ασφάλιση και την εργασία σε όλες τις περιφέρειες της χώρας, με τη στόχευση του Κέντρου Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών σε μεγαλοοφειλέτες που δεν πληρώνουν, μέσα από την αξιοποίηση της σχετικής λίστας των ασφαλιστικών ταμείων για την αύξηση των εσόδων τους. Αυτά τα μέτρα θα αποτελέσουν ένα μέρος μονάχα μιας μεγάλης και μακράς προσπάθειας για τη συνολική μεταρρύθμιση και την ανάκτηση της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος.
Θα έλεγα ότι αυτό αποτελεί μια εθνική προσπάθεια και σε αυτήν την εθνική προσπάθεια επιθυμούμε και επιδιώκουμε όλες οι πολιτικές δυνάμεις να παίξουν ρόλο εποικοδομητικό και να συμβάλουν δημιουργικά με προτάσεις, όχι με αφορισμούς. Διότι η προσπάθεια δημιουργίας ενός βιώσιμου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης δεν αφορά αυτήν την Κυβέρνηση. Ξεπερνά αυτήν την Κυβέρνηση αλλά και τις επόμενες κυβερνήσεις. Αφορά το ίδιο το μέλλον και την προοπτική της ελληνικής κοινωνίας. Αφορά τις επόμενες γενιές.
Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, καμία μεταρρύθμιση όμως της δημόσιας διοίκησης αλλά και του οικονομικού μοντέλου της χώρας δεν μπορεί να σταθεί, αν επιτρέψουμε την απαράδεκτη αναπαραγωγή και διαιώνιση του συστήματος της διαφθοράς, της διαπλοκής, της εκτεταμένης φοροδιαφυγής. Καμιά μεγάλη τομή δεν μπορεί να γίνει, αν δεν αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των Ελλήνων πολιτών στους θεσμούς και στη λειτουργία της δικαιοσύνης.
Γνωρίζω πολύ καλά ότι σε αυτό το πεδίο είναι προτιμότερο να πράττει κανείς πάρα να διακηρύττει, αλλά είναι αδιαμφισβήτητη αλήθεια ότι τους τελευταίους μήνες οι Έλληνες πολίτες νιώθουν ότι κάτι έχει αλλάξει. Είναι πλέον καθημερινό θέμα στην ημερήσια διάταξη της ελληνικής Κυβέρνησης η προσπάθεια να σπάσουν οι κατεστημένες σχέσεις εξουσίας, η συγκάλυψη των οικονομικών σκανδάλων, να καταπολεμηθεί η φοροδιαφυγή αλλά και οι εγκληματικές πρακτικές που άνθισαν τις τελευταίες δεκαετίες στα υψηλά πατώματα της ελληνικής κοινωνίας και θέριεψαν κατά την τελευταία πενταετία με την ανοχή των πολιτικών ηγεσιών.
Η δέσμευση αυτής της Κυβέρνησης είναι ότι ο αγώνας αυτός θα συνεχιστεί με αμείωτη ένταση, ώστε να καθαρίσει επιτέλους αυτή η χώρα από πρακτικές και αντιλήψεις που την έχουν μετατρέψει σε παρία του δυτικού κόσμου.
Σε αυτό το πλαίσιο, θα συνεχιστούν οι προσπάθειες να ολοκληρωθούν οι διασταυρώσεις καταθέσεων και φορολογικών δηλώσεων, που έχει ήδη ξεκινήσει το ΣΔΟΕ.
Να ελεγχθούν εξονυχιστικά όλες οι λίστες της φοροδιαφυγής, κυρίως η λίστα Λαγκάρντ, για την οποία φαίνεται ότι η ελληνική δικαιοσύνη έχει τώρα νέα στοιχεία.
Να παταχθεί το λαθρεμπόριο των καπνικών και οινοπνευματωδών ποτών.
Να αλλάξει το θεσμικό πλαίσιο για τη σύναψη των δημόσιων συμβάσεων, αλλά και να ελεγχθούν όλες οι συμβάσεις για τις οποίες υπάρχουν υπόνοιες παρανομίας.
Να ολοκληρωθεί η διαδικασία -επιτέλους σε αυτόν τον τόπο- αδειοδότησης των ραδιοτηλεοπτικών Μέσων και συχνοτήτων.
Να υποστηριχθεί η ελληνική δικαιοσύνη σε κάθε ανοιχτή έρευνα για υποθέσεις πολιτικής διαφθοράς και φοροδιαφυγής.
Να ενισχυθούν όλα τα ελεγκτικά σώματα της δημόσιας διοίκησης.
Να ολοκληρωθεί η διαδικασία κάθαρσης στο ελληνικό ποδόσφαιρο, καθώς και όλοι οι οικονομικοί έλεγχοι στις αθλητικές ομοσπονδίες, που εκκρεμούσαν για περισσότερο από μία δεκαετία.
Να εξυγιανθεί το πλαίσιο λειτουργίας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και να διαλευκανθούν όλες οι ανοιχτές υποθέσεις από την Αγροτική Τράπεζα μέχρι το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο.
Οι Έλληνες πολίτες πρέπει να είναι βέβαιοι ότι σε αυτόν τον αγώνα όχι μόνο δεν θα υποχωρήσουμε, αλλά θα δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις για να βγάλουμε επιτέλους τη χώρα απ’ αυτό το τέλμα της διαφθοράς, της διαπλοκής, του οικονομικού εγκλήματος, γιατί πιστεύω αυτό δεν αξίζει για κανέναν Έλληνα και καμία Ελληνίδα. Οι Έλληνες πολίτες να είναι βέβαιοι ότι θα δώσουμε τον αγώνα με όλες μας τις δυνάμεις, για να αποκατασταθεί επιτέλους το αίσθημα δικαίου σ’ αυτόν τον τόπο και να πνεύσει επιτέλους καθαρός αέρας. Αυτό ζητά ο ελληνικός λαός, αυτό είναι το μεγάλο διαρκές αίτημα στα χρόνια της κρίσης και θα το κάνουμε πράξη!
Επιτρέψτε μου σ’ αυτό το σημείο να αλλάξω σελίδα και να θυμίσω ότι πέρα από τον αγώνα για την αποκατάσταση της οικονομικής ομαλότητας, από τον αγώνα για την επιστροφή στην οικονομική ανάπτυξη και τη στήριξη του ελληνικού κράτους βρισκόμαστε σήμερα αντιμέτωποι και με μια μεγάλη πρόκληση, την πρόκληση της διαχείρισης μιας μεγάλης κρίσης μέσα στην κρίση, που αποτελεί ταυτόχρονα και πρόκληση για ολόκληρη την Ευρώπη. Έχουμε να διαχειριστούμε μια τεράστια προσφυγική κρίση, η οποία φέρνει στην επιφάνεια τις μεγάλες πολιτικές συγκρούσεις που διαιρούν την Ευρώπη από τη μια άκρη στην άλλη, αλλά και την κάθε χώρα ξεχωριστά.
Απέναντι στη λογική των φρουρίων, των τοίχων και των φραχτών, απέναντι στη λογική που θέλει να μετατρέψει τα ευρωπαϊκά σύνορα σε πεδίο μάχης, εμείς πιστεύουμε σταθερά ότι πρέπει να δουλέψουμε σκληρά, για να αποδείξουμε ότι η ανθρωπιά, η αλληλεγγύη, η φιλοξενία δεν είναι ουτοπίες κάποιων ρομαντικών, αλλά είναι και παραμένουν κυρίαρχες αξίες του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και μπορούν να γίνουν πολιτική πράξη.
Ήδη η προηγούμενη Κυβέρνησή μας έκανε πάρα πολλά, ενώ στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής, σε συνεργασία με την Ιταλία που αντιμετωπίζει το ίδιο οξυμένο πρόβλημα με εμάς, πετύχαμε μια σημαντική πρώτη νίκη: Την άμεση ενεργοποίηση του προγράμματος της μετεγκατάστασης για επιπλέον εκατόν είκοσι χιλιάδες πρόσφυγες.
Σε αυτήν την κατεύθυνση σκοπεύουμε να συνεχίσουμε, ώστε να μπορέσουμε να ανταπεξέλθουμε σε μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας, χωρίς να ενδώσουμε στις ρατσιστικές και ακροδεξιές κραυγές που αναπτύσσονται γύρω μας.
Βασικές προκλήσεις σ’ αυτήν τη φάση της κρίσης είναι η δημιουργία των πέντε hot spots στα νησιά, ώστε να μπορέσουμε να απορροφήσουμε τα προβλεπόμενα τακτικά κονδύλια, είναι η ενιαιοποίηση των δομών του Υπουργείου Εσωτερικών που έχουν αρμοδιότητες συναφείς με τη μετανάστευση και φυσικά η συνεχιζόμενη διαπραγμάτευση με τους εταίρους μας και τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να πετύχουμε την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης με την αναγκαία αναθεώρηση του Κανονισμού Δουβλίνο III.
Με αφορμή, όμως, το προσφυγικό ζήτημα, θέλω να θυμίσω ότι η Ελλάδα βρίσκεται στο επίκεντρο μιας ευρύτερα ταραγμένης και αποσταθεροποιημένης περιοχής και γι’ αυτό το λόγο οφείλει να αποτελεί πυλώνα σταθερότητας, ειρήνης και ασφάλειας. Στο πλαίσιο, λοιπόν, μιας πολυδιάστατης και ενεργητικής εσωτερικής πολιτικής, οφείλουμε να αναλάβουμε πρωτοβουλίες, ώστε να προωθήσουμε λύσεις στα περιφερειακά και διεθνή προβλήματα της περιοχής μας, λύσεις που θα έχουν ως στόχο την ειρηνική λήξη των πολλαπλών συγκρούσεων, καθώς και τη διευθέτηση όλων των ανοικτών ζητημάτων άμυνας και ασφάλειας στα πλαίσια πάντα του διεθνούς δικαίου. Αυτός, εξάλλου, είναι και ο πιο αποτελεσματικός δρόμος για την περαιτέρω αναβάθμιση του ρόλου της χώρας, τόσο στο γεωπολιτικό όσο και στο οικονομικό περιβάλλον της ευρύτερης περιοχής.
Μίλησα προηγουμένως για κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς, για κρίση ηθική, κρίση ιδεολογική, αλλά και για κρίση αξιών που τροφοδοτεί διαρκώς αντιλήψεις μισαλλόδοξες -μην ψάχνετε την αιτία της ανόδου δυνάμεων που εκπροσωπούν ακροδεξιές απόψεις και στην κοινωνία, αλλά και στο πολιτικό σύστημα- αλλά μίλησα και για την κρίση αυτή που τροφοδοτεί πρακτικές εθνικής αναδίπλωσης, απομονωτισμού, επιλογές αναχωρητισμού και ιδιώτευσης που απονεκρώνουν την κοινωνία των πολιτών και απομακρύνουν τους πολίτες από την πολιτική συμμετοχή. Δεν μπορεί, λοιπόν, παρά όλα αυτά να μας προβληματίσουν. Δεν μπορεί παρά να είναι στόχος αυτής της Κυβέρνησης να ανατρέψει αυτήν την κατάσταση πραγμάτων και τούτο ενδεχομένως να είναι και το πιο δύσκολο έργο που έχουμε μπροστά μας.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, γνωρίζουμε καλά ότι χωρίς την κινητοποίηση των πολιτών, χωρίς την πολιτική αντιπαράθεση, χωρίς τη συμπόρευση και το μπόλιασμα της Κυβέρνησης και από τα κινήματα των πολιτών και από τα κοινωνικά κινήματα, χωρίς τη δημοκρατική συμμετοχή των πολιτών, καμιά μεγάλη αλλαγή, καμιά ρήξη με το παλιό -όπως το ονομάζουμε εμείς- και χρεοκοπημένο πολιτικό σύστημα δεν είναι εφικτή.
Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι στην προσπάθειά μας να αλλάξουμε ριζικά την ελληνική κοινωνία είναι απαραίτητη μια νέα σχέση, μια νέα συμμαχία με τον λαό. Με έναν λαό, όμως, που δεν θα είναι παθητικός θεατής, αλλά θα πάρει στα χέρια του τη μεγάλη σύγκρουση, τις μεγάλες συγκρούσεις, τις ρήξεις με αυτό που ονομάζουμε «κατεστημένο», οικονομικό και πολιτικό, με αυτό που ονομάζουμε «οικονομική ολιγαρχία», με αυτά που ονομάζουμε «δίκτυα της πολιτικής εξουσίας».
Είναι γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο που θέλω από αυτό εδώ το Βήμα να δεσμευτώ ότι κατά τη διάρκεια αυτής της τετραετίας θα ανοίξουμε όλα τα μεγάλα ζητήματα: Για την ενίσχυση των δημοκρατικών ελευθεριών στον τόπο, την προστασία των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων. Για την υιοθέτηση θεσμών δημοκρατικής συμμετοχής, τόσο στη λήψη των αποφάσεων όσο και στον έλεγχο της κρατικής εξουσίας.
Για την αναγκαία και απαραίτητη με ευρύτερη συναίνεση αλλαγή του εκλογικού νόμου. Για τη θεσμοθέτηση της λαϊκής αρνησικυρίας, αλλά και της δυνατότητας διεξαγωγής δημοψηφισμάτων με πρωτοβουλία των πολιτών, για μια γνήσια αντιπροσώπευση του ελληνικού λαού στα κέντρα λήψης αποφάσεων.
Είναι γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο που δεσμεύομαι σήμερα ότι άμεσα θα ανοίξει ένας μεγάλος κοινωνικός και πολιτικός διάλογος για την αλλαγή του Συντάγματος, ώστε η επόμενη Βουλή να είναι Αναθεωρητική και αυτή η Αναθεώρηση να προκύψει όχι μέσα από μικροδιευθετήσεις του πολιτικού συστήματος, αλλά μέσα από την πιο πλατιά συμμετοχή των δυνάμεων που όλο το τελευταίο διάστημα κινητοποιήθηκαν και πήραν μέρος στην πολιτική και κοινωνική αντιπαράθεση.
Αυτή ίσως θα είναι και η σημαντικότερη παρακαταθήκη αυτής της Κυβέρνησης, γιατί θέλουμε να συνεχίσουμε να είμαστε Κυβέρνηση αυτών των δυνάμεων που μας έστειλαν εδώ και δεν το ξεχνάμε αυτό. Μας έστειλε εδώ η επιθυμία και η επιμονή των λαϊκών στρωμάτων για μεγάλες αλλαγές, για την αλλαγή αυτού του πολιτικού κατεστημένου, αυτή η επιμονή και η επιθυμία των λαϊκών στρωμάτων που καταδείχθηκε και σ’ αυτήν την εκλογική αναμέτρηση. Αυτούς εκπροσωπούμε και την επιθυμία αυτή θέλω να κάνουμε πράξη, γιατί θέλουμε στο τέλος της ημέρας να δίνουμε λογαριασμό μονάχα σ’ αυτούς που μας έστειλαν εδώ και όχι στις οικονομικές εξουσίες και στην ολιγαρχία αυτού του τόπου. Δίνουμε λογαριασμό στο λαό και μόνο στον ελληνικό λαό.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αυτή είναι η δική μας φιλοδοξία, να επιστρέψουμε, αν θέλετε, την εξουσία σ’ αυτούς που μας τη δίνουν, να επιστρέψουμε την εξουσία εκεί που ανήκει, να δώσουμε τη δυνατότητα στις ενεργές λαϊκές δυνάμεις να πάρουν την πρωτοβουλία για τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις, για τις μεγάλες τομές, για τις απαραίτητες αλλαγές σ’ αυτόν τον τόπο.
Αυτή είναι η φιλοδοξία μας, αυτή ίσως είναι και η πιο σημαντική, η τελική μας δέσμευση απέναντι στην Εθνική Αντιπροσωπεία, αλλά και στον ελληνικό λαό για την επόμενη τετραετία.
Σας ευχαριστώ θερμά.