ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

Δεν υπάρχει πρόοδος χωρίς σύγκρουση. Συνειδητά ή ασυνείδητα, άτομα και έθνη εμπλέκονται στον αέναο πνευματικό αγώνα της Συμπαντικής Εξέλιξης, έναν αγώνα για την επικράτηση της Αλήθειας κατά του ψέματος, της Δικαιοσύνης κατά της αδικίας, της Αγάπης κατά του μίσους - αγώνα που αντανακλάται στο υλικό πεδίο προκαλώντας, δυστυχώς, πολύ ανθρώπινο πόνο… Θέτοντας κανείς τον εαυτό του στην υπηρεσία της Αλήθειας υπηρετεί το ύψιστο συλλογικό συμφέρον.

**Η Αλήθεια υπάρχει, το ψέμα πρέπει να εφευρεθεί.
**"Θα γνωρίσετε την Αλήθεια και η Αλήθεια θα σας ελευθερώσει" Βίβλος
**"Η μεγαλύτερη απώλεια στον κόσμο είναι η διαφορά μεταξύ αυτού που είμαστε κι αυτού που θα μπορούσαμε να γίνουμε."
**"Όταν οι φιλόσοφοι βασιλέψουν και οι βασιλιάδες φιλοσοφήσουν, μόνο τότε θα ευτυχήσουν οι λαοί." Πλάτων
**"Η αξία του ανθρώπου καθορίζεται από το σκαλοπάτι της κλίμακας της αγάπης πάνω στο οποίο στέκεται." Τορκόμ Σαραϊνταριάν

Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Αιτία των δεινών μας η εμφυλιοπολεμική κατάρα των Ελλήνων

Λαός διχασμένος πάντα ηττημένος!


Ελλάς των προδοτών και των ηρώων 
Μέρος 1ο

Γεώργιος Ευαγγελάτος

Αν δεν επιστρέψουμε στο παρελθόν και δεν μελετήσουμε τη συμπεριφορά των προγόνων μας της περιόδου 1821-1843, (αχαρακτήριστη και αυτοκαταστροφική, το ελάχιστο που μπορεί να λεχθεί) είμαστε καταδικασμένοι να την επαναλάβουμε.



Μόνο στους Έλληνες δεν ανήκει!

Όπως αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων σε τούτη την ιστορική στιγμή δεν έχουμε, λόγω του επιπόλαιου και του εγωϊστικού χαρακτήρα μας, διδαχθεί τίποτα από την ιστορία μας ή μάλλον δεν την έχουμε στο ελάχιστο αφομοιώσει.

Γι’ αυτό και από την μεταπολίτευση και μετά, με κορύφωση την τελευταία επταετία 2010-2017, περνάμε για μια ακόμη φορά τραγικές ώρες. (Είναι πλέον εθνικό σπορ να περνάμε τραγικές επταετίες, θυμηθείτε το 1967-1974).

Στην παρούσα θα αναφερθούμε σε πραγματικά γεγονότα και σε ωμές αλήθειες που αφορούν την επανάσταση του 1821. 

Βρισκόμαστε στο έτος 1834, σε μια δίκη στην οποία δικάζεται ο Γέρος του Μωριά μαζί με τον Δημήτρη Πλαπούτα, τον Τζαβέλα και τον Νικηταρά. γιατί έτσι το ήθελε η τριανδρία κι ένας Σκωτσέζος φανατικός εχθρός των Ρώσων και φυσικά του Κολοκοτρώνη που υποστήριζε την Ρωσία σαν ομόδοξο Έθνος. Επρόκειτο για τον Εδουάρδο Μάσον Αγγλικανό θεολόγο, νομικό και φιλόσοφο, εμπαθή εκπρόσωπο των αγγλικών συμφερόντων και φανατικό υπερασπιστή του δολοφόνου του Καποδίστρια, Μαυρομιχάλη. [1]

Έχοντας εξαγοράσει, επιβάλλει και υποβάλλει στους τρεις δικαστές από τους πέντε, Πάικο, Λουκόπουλο και Σούτσο, επιχείρησαν εντελώς πραξικοπηματικά με κατηγορίες που όπως είπε σε κάποια στιγμή της δίκης-κοροϊδία ο Τερτσέτης «με τέτοια αποδεικτικά στοιχεία, ούτε δύο γάτοι δεν καταδικάζονται». 

Όμως ο Κολοκοτρώνης καταδικάσθηκε σε θάνατο με το Δημήτριο Πλαπούτα. Τα εγκλήματα που οι τέσσερις διέπραξαν; Ληστεία, υποκίνηση σε εμφύλιο, αναφορά υπέρ του τσάρου και κατά του Βαυαρού βασιλέα.

Το βράδυ της παραμονής της προειλημμένης απόφασης για καταδίκη το παρασκήνιο οργίασε. Υπουργοί, κυβερνητικοί, διπλωματικοί παράγοντες, συγκρούονταν με στόχο τη ζωή ή το θάνατο του Κολοκοτρώνη. Ο Άρμανσμπεργκ με τον Μαυροκορδάτο ήταν υπέρ της αθωότητας του Κολοκοτρώνη, ο Μάουρερ με τον Κωλέττη, και μόνο για να διαφωνήσει ο τελευταίος με τον αντίπαλό του Μαυροκορδάτο, υπέρ της καταδίκης του σε θάνατο. [2] 
Από ένα πολιτικό καπρίτσιο και ένα εμπαθές εγωιστικό τερτίπι κρινόταν η ζωή ενός από τους πατριάρχες της απελευθέρωσης του Έθνους.
Οι μεγάλες δυνάμεις και πάλι έπαιξαν τον καταστροφικό τους ρόλο εις βάρος των ηρώων και των πατριωτών. Ας θυμηθούμε κάποιον Ευαγόρα Παλληκαρίδη και κάποιον Καραολή. Αυτών που θυσίασαν τα πάντα για την Ελλάδα.

Ο Νικηταράς ήταν άλλος ένας ήρωας που δεν έβλεπε με καλό μάτι τους Βαυαρούς. Έκανε κι αυτός το λάθος να πάει με τους ρωσόφιλους και μετά το κίνημα της Μεσσηνίας οι Βαυαροί, που είχαν εξαπολύσει όλα τα καρφιά και τους δωσίλογους της εποχής, οι οποίοι αμείβονταν πριγκιπικά για να χώνουν τη μύτη τους παντού όπου οσμίζονταν αντιβαυαρική συνωμοσία, ήταν αδίστακτοι και δεν δίσταζαν να τρομοκρατούν τον ντόπιο πληθυσμό και να απειλούν με τη δαμόκλειο σπάθη της εκτέλεσης για προδοσία όποιον καταφερόταν, και με τα λόγια ακόμη, εναντίον του θρόνου.

Έτσι συλλαμβάνεται και φυλακίζεται στο Παλαμήδι δικάζεται, κρίνεται αθώος κι αφήνεται ελεύθερος, αλλά έχει πέσει στη δυσμένεια του Μάουρερ κυρίως, καθώς μισεί θανάσιμα τον Κολοκοτρώνη και ο Νικηταράς συγγενεύει με τον Θοδωρή. Ήταν ανιψιός του από τη μητέρα του Σοφία, αδελφή της γυναίκας του πάλαι ποτέ αρχιστράτηγου του Μωριά. 

Γράφοντας στα παλιά τους παπούτσια την απόφαση του δικαστηρίου πείθουν τον Όθωνα ώστε με την υπογραφή του αποσπούν την άδεια να τον φυλακίσουν στην Αίγινα. Στη φυλακή εξευτελίζεται ο ήρωας από τους δεσμοφύλακες με εντολή και πάλι του ξένου παράγοντα. Ταυτόχρονα εκδηλώνεται η μια διαβητική κρίση πίσω από την άλλη. Τυφλώνεται και μην μπορώντας ούτε να σταθεί όρθιος προσάγεται σε δίκη στις 18 Σεπτέμβρη του 1841. Αμνηστεύεται και αποφυλακίζεται ξανά αλλά τυφλός, καταταλαιπωρημένος και πάμπτωχος καταλήγει στο τέλος της ζωής του να ζητιανεύει έχοντας «μια άδεια επαιτείας» απέξω από το Ναό της Ευαγγελιστρίας στον Πειραιά. [3]

Στα παραλειπόμενα της ιστορίας καταγράφεται η ψύχωση που παρουσίασε η κόρη του από το στρες και τη λύπη της σαν αντίκρισε τον πατέρα της τυφλό, ανήμπορο κι εξουθενωμένο μετά τη φυλάκισή του στην Αίγινα.

Ο Νικήτας Σταματελόπουλος ("Νικηταράς") πέθανε ήσυχα στα 62 του σε μια φτωχοκαλύβα στο λιμάνι του Πειραιά την οποία σήμερα κάποιοι εθελοντές προσπαθούν με μικρές προσωπικές χορηγίες να την διατηρήσουν και να εμποδίσουν την κατάρρευσή της, ενώ συναντούν την πλήρη αδιαφορία του σύγχρονου χρεοκοπημένου (όπως ανέκαθεν συνέβαινε) κράτους…

[1] Κωνσταντίνος Κωνσταντάρας: «Το Άδοξο τέλος των Αγωνιστών του 21», Εκδόσεις Ήλεκτρον, Αθήνα 2017, σελ.50.
[2] Του ιδίου, ό.π.π., σελ. 67.
[3] Του ιδίου, ό.π.π., σελ. 26.

Γεώργιος Ευαγγελάτος

***********************

Ελλάς των προδοτών και των ηρώων 
Μέρος 2ο

Πολύ πιο δραματικό ήταν το τέλος του Οδυσσέα Ανδρούτσου, ο οποίος χαρακτηρίστηκε προδότης της Ελλάδας γιατί «έβαζε καπάκια», έκανε δηλαδή συμφωνίες με τους Τούρκους, όταν το κράτος, επίτηδες και γιατί είχε πέσει στη δυσμένειά του, δεν τον βοηθούσε ούτε σε έμψυχο υλικό ούτε σε όπλα και πολεμοφόδια. Τούτο διότι όποιος είναι άξιος προκαλεί το φθόνο, τη ζήλια, το μίσος, την έχθρα για την αξιοσύνη του στους πρώην συναγωνιστές, συμπατριώτες και φίλους, οι οποίοι σαν βλέπουν τον παλιό κολλητό τους να προοδεύει, συνενώνονται και συνωμοτούν για την πτώση του προσβλέποντας στο Βατερλό του. 

Κι εδώ ο Ιωάννης Κωλέττης και οι κοτσαμπάσηδες της Ανατολικής Ρούμελης μετατράπηκαν σε φανατικούς εχθρούς του. Δεν τον πήγαιναν λόγω της μεγάλης επιρροής που ασκούσε στον λαό από το ηρωικό του κατόρθωμα στο χάνι της Γραβιάς και δώθε.

Οι προστριβές του με τους «καλαμαράδες» όπως ονόμαζε τους πολιτικούς οδήγησαν το Εκτελεστικό να τον παραγκωνίζει και να μην του χορηγεί τα απαιτούμενα χρήματα κι εφόδια για να συγκροτήσει ισχυρό στρατό και να αντιμετωπίσει τους Τούρκους που προέλαυναν στη Στερεά Ελλάδα. Προτιμούσαν να κινδυνεύσει η Ελλάδα να ξανασκλαβωθεί στον Τούρκο και να ηττηθεί ο Ανδρούτσος, παρά να δοξαστεί αυτός και ν’ ανεβεί η εκτίμηση που έχαιρε ανάμεσα στο λαό, σε δυσθεώρατα ύψη. Γι’ αυτό κι αυτός αναγκαστικά έβαζε καπάκια τα οποία βέβαια οι κυβερνητικοί για να τον παγιδεύσουν τα απαγόρευσαν δια νόμου.

Βλέποντας τις μηχανορραφίες των πολιτικών να ξαπλώνονται σαν δίχτυ αράχνης παντού τριγύρω του, ο Ανδρούτσος αποσύρεται απογοητευμένος στη σπηλιά του σαν κυνηγημένο θηρίο - τη Μαύρη τρύπα στα Βόρεια του Παρνασσού. 

Οι κινήσεις του αυτές τον κάνουν περισσότερο ύποπτο στα μάτια της Κυβέρνησης και κυρίως στον μεγαλύτερο μηχανορράφο της Επανάστασης τον Κωλέττη. Αυτός για τον οποίο ο Μακρυγιάννης γράφει στα απομνημονεύματά του ήταν τόσο σκατοψύχης ώστε σαν τον ξέθαψαν για τη μετακομιδή των οστών του «βρέθηκε άλιωτος». 

Ότι ο Ανδρούτσος ήρθε σε συνεννόηση με τον Ομέρ Πασάτου Ευρίπου δεν αμφισβητείται ούτε από τους επικριτές ούτε από τους υποστηρικτές του. Οι πρώτοι όμως μιλούν για προδοσία, ενώ είναι γεγονός πανθομολογούμενο πως ήταν μια συνηθισμένη τακτική για να ξεγελά τον Τούρκο αντίπαλο, να κερδίζει χρόνο εις βάρος του και στην περίπτωση του Οδυσσέα ν’ απειλήσει «την αχαλινώτως διώκουσαν αυτόν κυβέρνησιν και ίνα φέρη τον τουρκικόν στρατόν εις τα χείρας των Ελλήνων»[1]

Τότε λοιπόν η κυβέρνηση διόρισε το παλιό πρωτοπαλίκαρό του τον Γιάννη Γκούρα, αφού τον όρισε αρχηγό της εκστρατείας στην Ανατολική Ελλάδα και του χορήγησε το ποσό 140.000 γρόσια για να συλλάβει τον ανυπότακτο «προδότη». Η θέση του Οδυσσέα έγινε δύσκολη: από τη μια κινδύνευε να δικαστεί σαν προδότης, από την άλλη δεν ήθελε να αναμετρηθεί με το ελληνικό απόσπασμα του Γκούρα, με αδέλφια Έλληνες. 

Ο Γκούρας δε δίστασε να τον κατηγορήσει γι’ αυτό σαν δειλό που απόφυγε να συγκρουστεί μαζί του. [2] Η λύση βρέθηκε με τη μεσολάβηση κοινού φίλου του Νικόλαου Γκριτζιώτη. Παραδόθηκε στον Γκούρα με την υπόσχεση πως αν παραδοθεί θα τον αφήσουν αυτόν και τα παλικάρια του ελεύθερο. Ο Γκούρας όμως δεν κράτησε τον λόγο του, τον έστειλε με συνοδεία στην Αθήνα.

Στο έλεος των μισητών εχθρών του, αφού τον διαπόμπευσαν στους δρόμους της πόλης που κάποτε υπερασπίστηκε, με την υπόληψή του συντετριμμένη, με το πλήθος να τον καταριέται και να τον σκαμπιλίζει, τον ανέβασαν στην Ακρόπολη όπου και τον φυλάκισαν. [3]

Η ως γνωστόν ευκολόπιστη μάζα, λέει ο Γ. Κορδάτος, [4] πίστεψε ότι ήταν προδότης και τον διαπόμπευσε. Ποιόν; Έναν μεγάλο αγωνιστή. Για χάρη ποιών; Των πολιτικάντηδων. Τελικά τη νύχτα 4 προς 5 Ιουνίου του 1825, αφού πρώτα τον βασάνισαν για να τους πει πού είχε κρυμμένους θησαυρούς, του συνέθλιψαν τα γεννητικά όργανα (από τους ισχυρότερους πόνους που μπορεί να νιώσει άνθρωπος· λέγεται ότι μπορεί να πάθει ανακοπή και μόνο από τον πόνο).

Στη συνέχεια τον δολοφόνησαν. Εκτελεστικά όργανα της δολοφονίας βρέθηκαν (πάντα υπήρχαν πολλοί προδότες που το έπαιζαν νομιμόφρονες και νομοταγείς στον τόπο τούτο είτε στις εντολές των ξένων, είτε των ντόπιων δοσίλογων και πατριδοκάπηλων).

Στην προκειμένη περίπτωση τα εκτελεστικά όργανα της δολοφονίας του Ανδρούτσου ήταν οι Ιωάννης Μαμούρης, Παπακώστας Τζαμάλας, Μήτρος της Τριανταφυλλίνας και ο στρατιώτης Θεοχάρης από το Λιδωρίκι. Το έγκλημα στοιχειοθετήθηκε κατ’ εντολήν της κυβέρνησης ή του Κωλέττη ο οποίος έδωσε τη διαταγή της δολοφονίας στον Γκούρα. [5] 

Οι τέσσερεις δολοφόνοι μπήκαν στο κελί του Οδυσσέα και τον θανάτωσαν με τα ίδια τους τα χέρια. Ύστερα γκρέμισαν το σώμα του από τον Γουλά κάτω από το λιθόστρωτο του ναού της Απτέρου Νίκης και διέδωσαν ότι τάχα ο φυλακισμένος είχε επιχειρήσει να δραπετεύσει, αλλά το σκοινί που χρησιμοποίησε κόπηκε κι έτσι σκοτώθηκε.

Η αλήθεια βέβαια δεν άργησε να αποκαλυφθεί. Ο ηθικός νόμος είναι άτεγκτος και όσο και να προσπαθούν κάποιοι να τον υπερκεράσουν ή να τον αγνοήσουν αργά ή γρήγορα το δίκιο θα αποδοθεί έστω και μετά θάνατον και η δικαιοσύνη θα θριαμβεύσει. Όπως μας πληροφορεί στα Απομνημεύματά του ο Μακρυγιάννης «τον Γκούρα τον έτυπτε η συνείδησή του δια το κάμωμα οπούκαμεν εις τον Δυσσέα». 

Αλλά και γενικότερα η αλήθεια δεν άργησε να αποκαλυφθεί και η ιστορία τον αποκατέστησε ηθικά στο Πάνθεον των ηρώων της Ελληνικής Επανάστασης. Στις 21 Φεβρουαρίου του 1865 με στρατιωτικές τιμές έγινε η μετακομιδή των οστών του στο Α΄Νεκροταφείο Αθηνών, όπου σήμερα υπάρχει ο τάφος του. Αλλά τι το θες; Ο Οδυσσέας έγινε ένας ακόμη μάρτυρας σε μια πατρίδα που δολοφονεί τους γνήσιους Έλληνες πατριώτες και «προσωρινά» δικαιώνει τους προδότες τύπου Τσολάκογλου.

[1] Εδουάρδ Τρελλώνη: «Αναμνήσεις της Ελληνικής Επαναστάσεως», Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον Νότη Καραβία, σελ. 1.
[2] Κάρπου Παπαδόπουλου: «Οδυσσέας Ανδρούτσος και Γ. Βαρνακιώτης», από τα «Απομνημονεύματα αγωνιστών του ‘21», Εκδόσεις Κοσμαδάκη, τόμος 12ος, σελ. 65-66.
[3] Καρλ Μέντελσον-Μπαρτόλντι: «Επίτομη Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», Εκδόσεις Τολίδη, σελ. 44.
[4] Γ. Κορδάτου: «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας», Εκδόσεις 20oς αιώνας, τόμος Χ, σελ. 461.
[5] Ν. Σπηλιάδης: «Απομνημονεύματα δια να χρησιμεύσωσιν εις την ελληνικήν ιστορίαν», Εκδόσεις Μέρμηγκα, τόμος β΄, σελ. 73.

Γεώργιος Ευαγγελάτος

***************

Ελλάς των προδοτών και των ηρώων 
Μέρος 3ο

Όπως συνέβη με τους παραπάνω ήρωες τα ίδια και χειρότερα συνέβησαν με τον Καραϊσκάκη και τους πολιτικάντηδες. Τη φορά αυτή τον κύριο ρόλο τον έπαιξε ο Μαυροκορδάτος. Ο τελευταίος, ενάντια στους οπλαρχηγούς, κυρίως τους Τζαβελαίους, δεν ήθελε με τίποτα ν’ αναγνωρίσει τον Καραϊσκάκη σαν αρχηγό στρατού στα Άγραφα. Ευνοούσε τον Γιαννάκη Ράγκο. 

Όταν οι στρατιώτες του Καραϊσκάκη κατέλαβαν το Αιτωλικό και το Βασιλάδι χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των Μεσολογγιτών οι οποίοι τσακώθηκαν και διαφώνησαν με την ενέργεια αυτή του Καραϊσκάκη, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος τον κατηγόρησε πως «ο γιος της Καλογριάς είχε στείλει επιστολή στον Ομέρ Βρυώνη με την υπόσχεση να του παραδώσει το Μεσολόγγι και το Αιτωλικό». Φυσικά όπως συμβαίνει πάντα βρέθηκε κι εδώ ένας μάρτυρας κατηγορίας, ο Κωνσταντίνος Βουλπιώτης ο οποίος ανέφερε τα παραπάνω. [1]

Στις 30 Μαρτίου του 1824 συστάθηκε η επιτροπή προκειμένου να αποκαλύψει τα της προδοσίας του Καραϊσκάκη κατ’ εντολή του Μαυροκορδάτου. Το αποτέλεσμα της σύγκλισης της ανακριτικής επιτροπής ήταν μια προκήρυξη η οποία έκρινε τον Καραϊσκάκη ένοχο «εσχάτης προδοσίας» άνευ δίκης φυσικά! 

Ο ήρωας στερήθηκε όλων των αξιωμάτων του και διατάχθηκε να αποχωρήσει από το Αιτωλικό. Οι δε πολίτες διατάχθηκαν να αποφεύγουν κάθε επικοινωνία με τον αποσυνάγωγο «εχθρό της πατρίδας» τον Καραϊσκάκη, εάν «δεν μετανοήσει και προσπέσει στο έλεος των Ελλήνων και ζητήσει συγχώρησιν». Ασφαλώς το έλεος των Ελλήνων το εκπροσωπούσε και το απαιτούσε εκ μέρους του λαού ποιος άλλος; Ο Μαυροκορδάτος. [2]

Ο ήρωας έφτασε στο σημείο, προκειμένου να λήξει το ζήτημα, να ζητήσει δημοσίως συγγνώμη από τον Αλ. Μαυροκορδάτο στις 27 Μαΐου 1824, αλλά ο φιλόδοξος διπλωμάτης, που ήθελε να πάρει στα χέρια του όλη την εξουσία, πολιτική και στρατιωτική, δεν την δέχθηκε. 

Αντίθετα, γνωρίζοντας ότι ο Καραϊσκάκης έπασχε από προχωρημένου σταδίου φυματίωση έγραψε πως η «κακιά αρρώστια» ήταν επιτέλους απόφαση του Θεού να απαλλάξει το έθνος από το «γιο της καλογριάς». Τον Ιούνιο του ίδιου έτους ο Καραϊσκάκης κατέφυγε στο Ναύπλιο όπου η κυβέρνηση φάνηκε σπλαχνικότερη· του αναγνώρισε όλους τους βαθμούς και τα αξιώματά του.

Η τελευταία πράξη του δράματος έλαβε χώρα στο Φάληρο, όταν είχε στρατοπεδεύσει κι ετοιμαζόταν με τους αρχηγούς όλων των δυνάμεων της Αττικής, τον Τσώρτς για το στρατό ξηράς και Κόχραν για το ναυτικό, ν’ αντιμετωπίσει τον Κιουταχή. 

Με τους δυο στρατιωτικούς που ήθελαν ολομέτωπη σύγκρουση με τον Κιουταχή διαφώνησε ο Καραϊσκάκης· επέμενε στη δοκιμασμένη παρτιζάνικη τακτική της παρενόχλησης του εχθρού. Δεν έζησε να δει την πανωλεθρία των ελληνικών δυνάμεων σε πείσμα των όσων συνιστούσε. 

Στις 22 Απριλίου του 1827, ενώ συμμετείχε σε μια ασήμαντη συμπλοκή, περιστοιχιζόμενος από έφιππους στρατιώτες του, μια σφαίρα τον πέτυχε διαγράφοντας πορεία από ψηλά, εκ των άνω προς τα κάτω, στον αριστερό βουβώνα.

Ο ιστοριοδίφης Γιάννης Βλαχογιάννης υποστηρίζει ότι τον πυροβόλησαν πληρωμένοι μπράβοι του Μαυροκορδάτου. Τα ίδια υποστηρίζει και ο Δημήτρης Φωτιάδης ο οποίος, εκτός από τον Μαυροκορδάτο, βλέπει σαν ηθικούς αυτουργούς τους δύο Βρετανούς αξιωματικούς.

Στο βιβλίο του με τίτλο «Καραϊσκάκης» γράφει επί λέξει: 
«Ο Κόχραν και ο Τσώρτς, μέσα σε λίγες ημέρες που βρίσκονταν στον Πειραιά, κατάλαβαν πως ένας είχε τη δύναμη να αντιταχθεί στα σχέδιά τους, ο Καραϊσκάκης. Η εντολή που είχανε πάρει ήταν να πνιγεί η επανάσταση στη Στερεά, για να μπορέσει η Αγγλία να πετύχει το διπλωματικό της παιχνίδι, τον περιορισμό δηλαδή του απελευθερωτικού κινήματος του Μοριά, για να ’χει το μικρό, αδύναμο και μισοανεξάρτητο κράτος που θα δημιουργούνταν κάτω από τον έλεγχό της. (…) 

Ο Καραϊσκάκης έπεσε θύμα της εγγλέζικης πολιτικής στην Ελλάδα και εμπνευστές της σατανικής δολοφονίας του στάθηκαν ο Κόχραν, ο Τσωρτς κι ο Μαυροκορδάτος».

Υπάρχει κάποια αντίρρηση ότι οι φίλοι και σύμμαχοί μας, και τότε όπως και σήμερα, ποντάροντας στην αλαζονεία μας και τη διχόνοιά μας, κατορθώνουν να μας ελέγχουν, να μας εκμεταλλεύονται, να μας βουτούν στα χρέη και να μας αρμέγουν συστηματικά, μην επιτρέποντας ποτέ να σηκώσουμε κεφάλι. Πολύ περισσότερο τώρα που ετοιμάζονται να αρπάξουν από την πλούσια σε πρώτες ύλες Ελλάδα τον ορυκτό και τον υποθαλάσσιο πλούτο μας. Μας έχουν αγοράσει γη, ενέργεια, δημόσια και ιδιωτική περιουσία για 99 χρόνια.
Κι εμείς; Από τα πάθη μας, τις μισαλλοδοξίες μας, την εμφυλιοπολεμική μας κατάρα συνεχίζουμε να μη βλέπουμε την πραγματικότητα. 
Ξεχνάμε ότι την ώρα που οι Έλληνες σφάζονταν από τους Τσέτες στη Σμύρνη, όσα γυναικόπαιδα κι άνδρες προσπαθούσαν ν’ ανέβουν στα συμμαχικά καράβια, οι σύμμαχοι τους έκοβαν τα χέρια και τους ξανάριχναν στη θάλασσα να πνιγούν. Βάζανε δυνατά μουσική για να μην ακούν οι ναύτες τους τις οιμωγές και τους θρήνους των Ελλήνων που σφάζονταν στην παραλία. 
Εμείς δεν μαθαίνουμε, εξακολουθούμε να προσκυνούμε τους ξένους και να δεχόμαστε εξευτελιστικά μνημόνια που δεν θα τα ξεπληρώσουν ούτε τα δισέγγονά μας.
Κολλημένοι στον ατομισμό μας, δεν εννοούμε να ρίξουμε τα συμφέροντα και τις προσωπικές μας αντιπάθειες στα σκουπίδια και να ενωθούμε αν και αντικρίζουμε για μια ακόμη φορά τον αφανισμό μας σαν έθνος, σαν λαός σαν πληθυσμιακή οντότητα.
Κι όμως ξέρουμε καλά τι πρέπει να κάνουμε. 

Οψόμεθα!

[1] Κ. Κιουπκιόλης, «Η δίκη του Καραϊσκάκη», Ιστορία Εικονογραφημένη, τ.χ. 11 (Μάϊος 1969), σελ. 24.
[2] Κων. Κωνσταντάρας: «Το Άδοξο τέλος των Αγωνιστών του ‘21», Εκδόσεις Ήλεκτρον, Αθήνα 2017, σελ. 94.

Γεώργιος Ευαγγελάτος